Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Kaurismaki. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Kaurismaki. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11.11.16

recut

Film directed by Luc Lagier for the Carrosse d'Or or Golden Coach prize 2016, awarded to filmmaker Aki Kaurismäki by the Society of Film Directors (SRF) and projected at the Fortnight's opening ceremony of the filmmakers at Cannes.

27.1.12

Ιρρέλεβαντ

[Τις τελευταίες εβδομάδες συνέβηκαν πολλά κουραστικά πράγματα/ η παράνοια τσαλαπατάει θριαμβευτικά τις τελευταίες ελπίδες της λογικής/ δε ξέρω τι αποθεματικό υπερκόσμιας έμφυτης ευγένειας/ ή επίκτητης αναισθησίας/ χρειάζεται να διαθέτει κανείς πια/ για να αντέξει τόσο παραλογισμό και ανοησία/ από τα μικρά στα μεγάλα/ η ανθρωπότης ένα ποτάμι στρωμένο με πλαστικές πέτρες/ λείες αλλά τοξικές/ έτσι μου 'ρχεται/ ώρες ώρες/ να τα βροντήξω όλα και να γυρίσω σπίτι/ να μάθω απ' την αρχή να τρώω με μαχαιροπίρουνα/ φαγητά που δεν τα λένε σάντουιτς ή τοστ/ να με λένε μισάνθρωπο/ και να πετάω τα βρακιά και τις κάλτσες μου κάτω απ' το κρεβάτι/ χωρίς ντροπή/ ασουλούπωτος/ χαντακωμένος και ξεροκέφαλος/ μόνος με τις γάτες κι ό, τι έχει απομείνει από το βιβλιομάνι/ τελοσπάντων/ σα να μη φτάναν όλα αυτά τα τριτοκοσμικά/ βάζω να δω τίποτα αλλοδαπό να με ξεμπλοκάρει/ και μπίνγκο/ Time (2006)/ Samaria (2004)/ Breath (2007)/ ό, τι έχει βγάλει ο Κι Ντουκ μετά το The Isle (2000) είναι τόσο βαρετό όσο η ίδια η αρρωστημένη φύση των ανθρώπων που προσπαθεί να περιγράψει/ κάλιο οι κινέζοι/ τουλάχιστον έχουν καλύτερο κάδρο/ όσο για την Χάβρη του Καουρισμάκι/ για όσους από σας με ρωτήσατε/ άποψη μου είναι ότι καλά κάνει να τα μαζεύει σιγά σιγά ο μέγας / διότι τα πρώτα ψύγματα ξεμωράματος είναι πλέον διακριτά/ ίσως βέβαια, μερίδιο σ' αυτό τον όλεθρο να είχε και η ξενική/ η γαλλική δηλαδή/ αλλά και πάλι (όπως επίσης έχω ξαναναφέρει) τι δυναμική μπορεί να έχει αυτή η μετριότητα δίπλα στις άλλες ξενικές του ταινίες; [ La vie de boheme (1992) και I hired a contract killer( (1990)].
Κάπως έτσι ζητείται νεαρός να συνοδεύσει κατάκοπη τεκνατζού στο αυριανό πάρτυ του poplie/ για το προικοσύμφωνο αποτείνεστε στο osonnenstrahlo@gmail.com]

11.6.11

Φόκε Βουλφ


[* Τελευταίο ποστ γι' απόψε το ost της ταινίας του René Clément, Jeux interdits (1952). Μόλις προ ολίγου έμαθα ότι στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας το κορίτσι φοράει μπροστινά ψεύτικα δόντια -τα δικά της είχανε πέσει- και τ' αγόρι περούκα επειδή εμφανιζόταν παράλληλα και σ' άλλη ταινία, γουλί όμως. Τελοσπάντων δε μπορώ να φανταστώ παιδί σε πλατώ με περούκα για πάνω από δέκα λεπτά. Αλλά αυτό εξηγεί, υποθέτω, τη διαφορά (μου, μας) με τους αμερικανούς. Το σκορ είναι κιθάρα, δηλαδή θεός Narciso Yepes κι ολίγες γκρίνιες παιδιών (μάινορ ίσσιου). Ο Yepes παίζει εδώ παραδοσιακά - το πρώτο τρακ, romance είναι πασίγνωστο και πιασάρικο στα ωδεία- επίσης παίζει, μεταξύ άλλων de Visée, Napoléon Coste, και Rameau. Στον ίδιο φάκελο για κατέβασμα υπάρχει (!) το ost του L' Atalante (1934) του Vigo -χριστέ και κύριε δεν ξέρω ποιό αρρωστημένο μυαλό μπόρεσε να βάλει αυτά τα δυο μαζί- που δε λέει και πολλά αλλά για όποιον έχει δει την ταινία κάνει. Πρώτον επειδή είναι καλτιά ξηγημένη κομπλέ και δεύτερον επειδή είναι η αγαπημένη ταινία του Καουρισμάκι. Ακόμη αμφιβάλλεις; Δύο σε ένα]

21.2.11

Kiitos Aki

[*For one week only (short documentary) parts I, II, III, IV]
[**Sodankylän elokuvajuhlat (Midnight Sun Film Festival)]


Mes personnages ne sont pas perdus, c’est le reste du monde qui est perdu - Aki Kaurismäki

31.7.10

Κυνοδοντ-Άκι




*[Dogtooth can be best described as the mutant bastard child of Flowers in the Attic, The Virgin Suicides, and Visitor Q by way of Aki Kaurismaki. It's ridiculous, it's beautiful, it's brutal, and completely deadpan.] full article

12.5.10

Henri Boulanger




Margaret: [Henri has just spend a night with Margaret] What about now? You still want to die?
Henri Boulanger: No no, not anymore.
Margaret: Because you met me?
Henri Boulanger: Yes, that's made me change my mind.
Margaret: Only because of my blue eyes?
Henri Boulanger: Are they blue?

30.11.09

book

_*_

*
M: What do I owe you?
Electrician: If you ever find me face down in the gutter, turn me around to my back.

_*_

*
M: I went to the moon yesterday.
Irma: I see. How was it?
M: Peaceful.
Irma: Meet anyone?
M: Not really; it was a Sunday.

_*_

_*_

26.9.09

We're only young once - Τα μαντήλια της νοσταλγίας III

Μετά από παρέλευση ενός και πλέον μηνός, πήρα την απόφαση να αποτελειώσω το αφιέρωμα στο σινεμά του Kaurismaki (μέρος Ι, μέρος ΙΙ). Οι λόγοι που επιβράδυναν την συγγραφή αυτού του τελευταίου μέρους ήταν αρκετοί κι έπειτα μπήκα σε μια δίνη αλλαγών που έφερε τα πάνω κάτω. Ευτυχώς για καλό, πάντα. Με ανανεωμένη διάθεση λοιπόν, συνεχίζω.

(περιλαμβάνει !!SPOILERS!!)

Οι ταινίες του είναι μικρές, οι περισσότερες διαρκούν γύρω στα 70 λεπτά. Η λακωνικότητα αποτελεί μια από τις πιο αυστηρές του αρχές. Η επικοινωνία μπορεί να επιτευχθεί και με άλλα μέσα πλην των λεκτικών. Στα έργα του είδα αυτό που πάντα άκουγα μικρός, ότι δηλαδή οι πράξεις μετράνε πολύ περισσότερο από τα λόγια. Για τους διαλόγους χρησιμοποιεί μια γλώσσα λόγια, που εξυπηρετεί τις ανάγκες της ταινίας αλλά σπάνια χρησιμοποιείται ως καθομιλουμένη. Αυτό πηγάζει από το γεγονός ότι είναι οπαδός της λογοτεχνίας (αυτό δικαιολογεί και την αγάπη του για τις μεταφορές/διασκευές κλασικών αριστουργημάτων της λογοτεχνίας στη μεγάλη οθόνη, βλ. Crime and Punishment/Hamlet goes business/Les mains sales/La vie de boheme/Juha). Σε καμμιά περίπτωση δεν είναι έρμαιο κάποιου στείρου καθωσπρεπισμού...ένας νοσταλγός αλλοτινών εποχών μπορεί. Αλλά αυτό έχει ήδη χιλιοειπωθεί. Οι καουρισμακικές φόρμες.

Σε αυτά τα -ρομαντικά- πλαίσια εντάσσεται τόσο το ύφος των ταινιών -αποτελούν συχνά εκκεντρικές παρωδίες διαφόρων υποειδών (road movies, film noir, rock musicals) όσο και οι σκυθρωποί χαρακτήρες, που ενσαρκώνουν τον πάντα πρόθυμο θίασο.

Για να γίνω πιο συγκεκριμμένος :
α) Οι ιδεολόγοι: είναι αυτοί που (προσπαθούν και συχνά καταφέρνουν να) παραμένουν ηθικοί μέχρι τέλους. όπως ο Rahikainen στο Crime and Punishment, ο Henri Boulanger στο I Hired a Contract Killer, o Marcel στο La vie de boheme.
β) Οι λαϊκοί: Υπάρχει μια υπόγεια ταξική συνείδηση αυτών των ταπεινών και καταπονεμένων, βιοπαλαιστές, στα πρόθυρα της απόλυσης/άνεργοι, τα γρανάζια της οικονομίας, σταθερά αισιόδοξοι, ο Nikander και η Ilona στο Shadows in Paradise, η Margaret στο I Hired a Contract Killer, ο Valto και ο Reino στο Take Care of Your Scarf, Tatjana, η Ilona και ο Lauri στο Drifting Clouds, η Irma στο The Man Without a Past. Το Calamari Union τοποθετείται στην λαϊκή συνοικία του Kallio, όπου διέμεναν οι εργατικές μάζες. Στην ίδια περιοχή έγιναν τα γυρίσματα για την τριλογία του προλεταριάτου (Shadows in Paradise, Ariel και The Match Factory Girl).
γ) Οι περιθωριακοί: καλλιτέχνες, συχνάζουν σε μικρά, σκοτεινά, υπόγεια καφέ, μπατίρηδες, επίσης σταθερά αισιόδοξοι, οι Frank στο Calamari Union, o Τaisto και ο Μikkonen στο Ariel, ο Rodolfo και ο Schaunard στο La vie de boheme.
δ) Οι "μάρτυρες" ή Naive: αυτό ακριβώς (μόνο που οι ίδιοι δεν νιώθουν έτσι) οι Leningrad cowboys, η Iiris στο The Match Factory Girl, o Lujanen στο The Man Without a Past, o Koistinen στο Lights in the Dusk.
ε) Τα λαμόγια: Vladimir o μάνατζερ των Leningrad cowboys, Honkanen στο Crime and Punishment, ο Igor στο Rock'y VI, o Shemeikka στο Juha, ο Anttila στο The Man Without a Past, η Mirja και ο Lindholm στο Lights in the dusk.
στ) η χρεωκοπημένη αρρενωπότητα: η διεστραμμένη και καταστροφική ανδρική εικόνα, ο Juha στην ομώνυμη ταινία, ο Aarne στο The Match Factory Girl.

Σε κάθε περίπτωση,
οι ήρωες εξελίσσονται στους εκάστοτε χώρους σαν υβρίδια, χωρίς πατρίδα - μοιάζουν σαν να έπεσαν στη γη από το πουθενά. Όσον αφορά στις σχέσεις των χαρακτήρων μεταξύ τους, σπάνια έχουμε κάποια εκδήλωση της συναισθηματικής κατάστασης. Είναι πάντα συγκρατημένοι, ένα αθώο φιλί είναι σπάνιο, αλλά ακόμη και τότε ο θεατής προσλαμβάνει τους έντονους, πνευματικούς δεσμούς που τους συνδέουν (αναφορά στο έργο του Ozu και του Hou Hsiao-hsien). Κάποιοι από τους ξεθωριασμένους ήρωες τελικώς ανακαλύπτουν την στωική πλευρά του χαρακτήρα τους που τους επιτρέπει να επιβιώσουν.Φυσικά το πέρασμα από τη μια κατάσταση στην άλλη λειτουργεί υπόγεια, σχεδόν ανεπαίσθητα. Στην πραγματικότητα ο κύκλος του αγώνα είναι σε παύση αλλά ο ίδιος ο αγώνας δεν παύει ποτέ. Οι χαρακτήρες αν και σχεδόν καταθλιπτικοί, βαθιά μέσα τους είναι τρομερά αισιόδοξοι (αισιόδοξοι μέχρι αηδίας, θα λέγαμε, γεμάτοι ενέργεια από τη ζωή και ακριβώς αντίθετοι από την εικόνα που προβάλλουν) διότι έχουν συνειδητοποιήσει το εφήμερο της ζωής. Οι αναποδιές είναι σαν τα ταξιδιάρικα σύννεφα (Drifting Clouds). Κοινό χαρακτηριστικό των ηρώων ειναι ότι από όλους απουσιάζει η βία. Ουσιαστικά αρνούνται τη χρήση βίας. Υπάρχει ένας σιωπηλός κώδικας τιμής μέσα τους και μεταξύ τους.

Στις Καουρισμακικές φόρμες/μοτίβα εντάσσεται και η εμμονή του σκηνοθέτη στην ανάθεση ρόλων στους ίδιους ηθοποιούς, ιδιαίτερα στους: Matti Pellonpaa (μέχρι το θάνατο του), Kati Outinen, Kari Vaananen, Markku Peltola, Sakari Kuosmanen, Εlina Salo.

Αλλά το χαρακτηριστικό που διακρίνει περισσότερο το έργο του και του προσδίδει τη σφραγίδα της μοναδικότητας είναι η ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ, deadpan humor. Είναι ένας τύπος αστεϊσμού ξερός αλλά ταυτόχρονα τόσο καθαρός, ευφυής και εκλεπτυσμένος (που δεν θα δίσταζα να κατατάξω τον Kaurismaki στους μάστορες του είδους). Πιστεύω ακράδαντα ότι πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό έμφυτο που ο καθένας δύναται να το εξελίξει κατά το δοκούν...κι ο συγκεκριμμένος το έχει μελετήσει σωστά. Παραθέτω ενδεικτικό απόσπασμα από διάλογο στο Τhe Man without a past (σε ελεύθερη μετάφραση):
Μ: Πότε μπορώ να μετακομίσω;
Antilla: Μόλις γυρίσω την πλάτη μου.
Μ:Και τα κλειδιά;
Αntilla: Βλέπεις πουθενά κλειδαριά;
Μ:Όχι.
Antilla: Μην ασχολείσαι με τρίχες λοιπόν, αλλιώς θα πάρω και την πόρτα.


Άλλα καουρισμακικά μοτίβα αποτελούν εκείνο της επανάληψης και εκείνο της συμμετρίας. Ο βλοσυρός ήρωας στο Take Care of Your Scarf, Tatjana θέλοντας να ξεφύγει από την ανιαρή ζωή του, παρατάει τη δουλειά, κλειδώνει τη μητέρα του στη ντουλάπα διεκδικώντας το δικαίωμά του στη ζωή. Στο τέλος, σε τέλεια συμμετρία, επιστρέφει στο πατρικό του, ξεκλειδώνει τη μητέρα του και συνεχίζει τη δουλειά του σα να μην συμβαίνει τίποτε.

Οι περισσότερες από τις ταινίες του ξεκινάνε με περιγραφικό τρόπο: περιγραφές βιομηχανικών τοπίων, μεταλλείων, κάσες φορτηγών αυτοκινήτων, καθώς και «ενδιάμεσοι χώροι», κλιμακοστάσια, αποδυτήρια, σουπερμάρκετ, αυτοκίνητα και πλοία – χώροι με κοινό χαρακτηριστικό ότι σε αυτούς συναντάει κανείς ξένους. Στις εξοχικές λήψεις επικρατούν οι οριζόντιες γραμμές. Διατηρούνται τα επίπεδα τοπία της φινλανδικής Ostrobothnia (Pohjanmaa – δυτική Φινλανδία). Μια μαύρη λωρίδα δάσους χωρίζει τα σταχτιά τοπία από τον ιδιου χρώματος ουρανό, αμμουδιές με χαλίκια στο Ariel – όλα μοιάζουν τεχνητά.
Το Ελσίνκι του Καουρισμάκι ζει μια δικιά του ζωή η οποία είναι αποσπασμένη από τον χρόνο (όπου υπάρχει δανείζεται χαρακτηριστικά από τις δεκαετίες του 50'-60'-70'). Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει την πόλη είναι κριτικός και συχνά καθόλου ρομαντικός: Σταθερά οι ήρωές του θέλουν να εγκαταλείψουν την πόλη για άλλους προορισμούς, Μεξικό στο Ariel, Εσθονία στο Calamari Union /Take Care of Your Scarf Tatjana. Η διαδικασία αυτή μπορεί να ταυτιστεί και με εσωτερικό ταξίδι, διότι το αποτέλεσμα είναι πάντα εσωτερικό και εξελικτικό. Η πόλη λοιπόν, εμφανίζεται αρχικά ως μια καλή προοπτική για τους νεαρούς χωριάτες. Αργότερα όμως μεταλλάσσεται σε ανηλεές, σκληρό και τελικώς εχθρικό περιβάλλον για κάθε αθώο ξένο και ειδικότερα για τα αουτσάιντερς. Φυσικά και δεν επιθυμούν αυτοί οι φτωχοί ξένοι να επιστρέψουν στη γενέτειρά τους στην επαρχία. Θα παλέψουν μέχρι το τέλος ακόμη κι όταν οι μάχες θα είναι άνισες.
Άλλωστε έτσι είναι το καουρισμακικό σύμπαν : οριστικό.
Το αρχετυπικό τοπίο του Kaurismaki είναι όμως, πέραν πάσης αμφιβολίας, η καφετέρια (baari). Αποτελεί σήμα και κληρονομιά του μεταπολεμικού παρελθόντος της χώρας/ κοινό σημείο αναφοράς των ανθρώπων. Εντάσσεται στην αισθητική της δεκαετίας του 50’ και σηματοδοτεί το πέρασμα από την αγροτική στην αστική ζωή. Τέτοια καφενεία ήταν χαρακτηριστικά εργατικών συνοικιών (όπου ο Kaurismaki έζησε τα παιδικά του χρόνια) και αποτελούσαν σημεία συνάντησης της νεολαίας της εποχής.

Στις ταινίες του χρησιμοποιεί συγκεκριμένους χρωματικούς τόνους, ομιχλώδεις, με εντάσεις που φωτίζουν σχεδόν κάθε επιφάνεια και συνθέσεις ως επί το πλείστον στατικές. Πιστός συνεργάτης του εδώ και χρόνια, ο Timo Salminen φροντίζει για τα κόλπα του φωτός και των σκιών. Όλα κρύβονται στο σκοτάδι του κόσμου για να αναδυθούν στο μαγικό φως που εκείνος επιλέγει να τους δώσει: Μαγεία στα πρόσωπα, στις κορμοστασιές, στα χρηστικά αντικείμενα και στα τοπία.

Γενικά θα λέγαμε ότι σκοπός του είναι να αιχμαλωτίσει το εφήμερο, το αίσθημα της χαράς που είναι τόσο περαστική, της μελαγχολίας, του θριάμβου και της αφάνειας, της λήθης. Οι ταινίες αφήνουν το αίσθημα της σχεδόν ανυπαρξίας, και μπορεί να μην παραμείνουν μετά από τη στιγμή – ακριβώς όπως τους χαρακτήρες του, που βρίσκονται μονίμως στο όριο του να χάσουν τελείως τον εαυτό τους, βυθισμένοι στην θλίψη, το αλκοόλ ή απλά την άσκοπη, συνεχή κίνηση. Αυτό είναι το μελοδραματικό σύμπαν του Καουρισμάκι. Απλό όσο το κάπνισμα ενός τσιγάρου, το άκουσμα ενός μουσικού κομματιού ή η παρασκευή μιας κούπας καφέ. Είναι οπαδός των happy endings, πολλές φορές ειρωνικών, ανέκφραστων και συχνά έξυπνα – γλυκανάλατων. Δεν ξέρω πως αλλιώς να το θέσω...σαν αυτά τα τέλη να αποτελούν παραθέματα από ταινίες αλλωνών.
Ο Καουρισμάκι είναι νοσταλγικός. Κι ενώ η νοσταλγία έχει κακή φήμη στους καλλιτεχνικούς κύκλους και μεταξύ των διανοουμενων, αυτός κατάφερε να την κάνει να συμβαδίσει με την οξύτητα και την επαναστατική του εικόνα: την εικόνα του αυτάρεσκου, αλαζόνα νεαρού μετεφηβικής ηλικίας που μόνο το παρόν φαίνεται να τον απασχολεί. Άλλο χαρακτηριστικό του είναι η λεγόμενη «αριστεριστική μελαγχολία» κατά την οποία η δράση εξουδετερώνεται κάτω από τον θρήνο για την απώλεια. Οι καταβολές αυτού του φαινομένου εντοπίζονται ήδη στα έργα των Baudelaire, Dostoyevsky και Kierkegaard. Κρίνοντας από το έργο του, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η νοσταλγία και η μελαγχολία είναι στοιχεία που έχουν να κάνουν περισσότερο με την δημιουργία ενός προσωπικού κινηματογραφικού ιδιώματος. Οι αναχρονιστικές λεπτομέρειες είναι αυτές που προσδίδουν στο έργο την σφραγίδα του μοναδικού του σουρρεαλιστικά μοναδικού. Από την άλλη, οι ιδιοι αναχρονισμοί είναι που καθιστούν συχνά το έργο του στόχο αρνητικών κριτικών. Διότι όταν κανείς βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα καθηλωτικά ρεαλιστικό ύφος περιμένει και μια αντίστοιχη εξέλιξη, που όμως δεν έρχεται ποτέ στο έργο του Kaurismaki. Υπάρχουν πάντα "άκυρα" ή "αταίριαστα" στοιχεία όπως για παράδειγμα μουσική, αυτοκίνητα ή αντικείμενα από άλλες εποχές.


Στις 23 Μαίου 2008 η πρόεδρος της Φινλανδίας, Tarja Halonen, επικύρωσε την εκλογή του Aki Kaurismaki ως ακαδημαϊκού. Επιθυμία του ήταν να παρευρεθεί ο αγαπημένος του ακκορντεονίστας Matti Rantanen. Στην τελετή έπαιξε το κομμάτι “Siks oon ma suruinen,” (=My love has gone away) ένα φινλανδικό ταγκό του Toivo Karki. Στην ευχαριστήρια ομιλία είπε:

“I want to thank all parties concerned for your trust. I can only think of one sentence. It can be found at the end of Henri Murger's novel:
“We're only young once.”


Δεν έχω παρά να συμφωνήσω.