στο μπαλκόνι όπου καταφεύγω τα τελευταία απογεύματα υπάρχει μια παιδική φουσκωτή πισίνα χωρίς νερό. είναι κάπως λυπηρό θέαμα [παιδική πισίνα -χωρίς νερό- χωρίς παιδάκια να χαζολογάνε τσαλαβουτώντας] αλλά ήταν το καλύτερο δώρο που θα μπορούσα να ευχηθώ γι' αυτό το καλοκαίρι. το πιο συγκινητικό μέρος, που κάθε που το θυμάμαι κομπιάζω, ήταν η εικόνα του να προσπαθεί να φουσκώσει τους δακτύλιους της πισίνας επειδή δεν είχαμε τρόμπα κι εγώ όταν φυσάω πολύ ζαλίζομαι. ξαπλώνω στην πισίνα μου με το μαξιλάρι το βράδυ και προσπαθώ να σκέφτομαι μόνο τα απολύτως απαραίτητα: αυτόν που είναι διατεθειμένος να φουσκώσει μια πισίνα για μένα, μια παγωμένη λεμονάδα, το ποτιστήρι και τα φυτά που ποτίζει, τον κουβά με το νερό και τον ήχο από τα παγάκια που λιώνουν.
η μέτρια σοδειά στις ταινίες συνεχίζεται για πολλοστή μέρα με ξενέρωτες επιλογές όπως dedication (2007), daisy (2006) και Evening (2007). η αστοχια μου, όσον αφορά στις κινηματογραφικές παραγωγές, έχει κτυπήσει κόκκινο αυτό το καλοκαίρι. μάλλον φταίει το κλίμα, μια διάχυτη σύγχυση, φανερή αβεβαιότητα και παρατεταμένος σκεπτικισμός. δεν ξέρω που αλλού να το αποδώσω. επαναλαμβάνω τις κολλεγιακές κωμωδίες των 80's σε μια ύστατη προσπάθεια να απομακρύνω τον John Hughes από τη ζωή μου (τουλάχιστον μέχρι το επόμενο καλοκαίρι αν και οFerris Bueller καραδοκεί στο πορτάκι του ντι-βι-ντι πλέιερ).
αυτά επί της παρούσης. πάω να δω την πανσέληνο. ευτυχώς είναι δωρεάν.
ησυχίες. μόνο στο μετρό κάτι αγόρια με τεράστιες βλεφαρίδες και πυκνά φρύδια. κουρασμένα αγόρια, λουσμένα αγόρια, αγόρια άντρες, αγόρια μάγκες, αγόρια που θα ήθελαν να είναι κορίτσια, αγόρια που κυρίως προσπαθούν. τα σημερινά και τα χτεσινά, με χαρακτηριστικά από τριμμένο κάρβουνο. προκλητικά αθώα αγόρια. Αυτή εδώ είναι η καλύτερη αφίσα τουμπλόου απ και είναι τσέχικη και παραδίπλα πειραγμένο στιγμιότυπο από το τάισμα του μπέμπη.
τους λείπει ύπνος. υπεράνω δυνάμεων. αλλά κάθε μέρα βγαίνουν έξω πιστεύοντας, κατά βάθος (ακόμη κι αν δεν θέλουν να το παραδεχτούν) , ότι θα συναντήσουν τον έρωτα της ζωής τους.
Ο μήνας της Φαύστας είναι ο Αύγουστος. Τότε ήταν που τη χάσαμε και πάντα τότε θα τη βρίσκουμε. Ξεβρασμένη από το κύμα στην πολυτέλεια μιας επαρχιακής ταράτσας.
Στον καναπέ τα καφετιά μοτίβα με ζαλίζουν. Η γιαγιά από δίπλα πλέκει. Η μικρή γιαγιά είναι στο σπίτι της κι ο παππούς στο καφενείο. Στην τηλεόραση η πιο παρακμιακή σειρά της εποχής Μέρφυ Μπράουν. 1992 είμαι άρρωστος ενώ οι άλλοι έχουνε πάει θέατρο. Όταν επιστρέφουν πέρα απ' το ότι τους μισώ που μ'άφησαν πίσω, εξακολουθώ να είμαι άρρωστος κι επιπλέον πρέπει να πάω για ύπνο διότι την επόμενη μέρα (Δευτέρα) έχουμε σχολείο. Φαίνεται ικανοποιημένη, μιλάει για κάποια Φαύστα αλλά είμαι ήδη αρκετά κουρασμένος, ήταν πολύ ενδιαφέρον λέει -ο Γιώργος με βλέφαρα που βασιλεύουν ψάχνει ήδη τον σνούπυ του. Η Κυριακή που ακολούθησε υπήρξε μια απ'τις πιο σημαντικές της ζωής μου. Διότι είχα την θεοφάνεια της Φαύστας που από τότε δεν έπαψε να με ακολουθεί.
Φυσικά δεν θα μπορούσα να γνωρίζω τον Μπόστ και το έργο του. Η Φαύστα είναι μια ιλαροταγωδία γραμμένη στα 1962. Αφορμή για τη συγγραφή αυτού του θεατρικού στάθηκε ένα πραγματικό συμβάν, κατά το οποίο ένας καρχαρίας στο Κερατσίνι έφαγε κάποιο παιδάκι που κολυμπούσε. Ο Μπόστ έπλασε ένα παιδί με βάση αυτό το γεγονός, το ονόμασε Ριτσάκι κι έστησε σε δεκαπεντασύλλαβο ένα παράλογο μύθο. Το παιδί προέρχεται από οικογένεια αστών όπου μαμά είναι η Φαύστα. Η Ρίτσα εξαφανίζεται μυστηριωδώς στην θάλασσα ενώ ο πατέρας της -μανιώδης ερασιτέχνης ψαράς- ψαρεύει αμέριμνος. Μετά από παρέλευση δέκα χρόνων, ο πατέρας πιάνει ένα κήτος στην κοιλιά του οποίου ανευρίσκεται ζωντανή η Ρίτσα. Μυρίζει, όμως, τόσο έντονα ψαρίλα, που κατασπαράσσεται από τις γάτες του σπιτιού μέσα στην κουζίνα. Θυμάμαι πόσο με είχε συγκλονήσει αυτή η ιστορία. Φεύγοντας από το θέατρο ήμουνα τόσο συνεπαρμένος που δεν μπορούσα να σταματήσω να το σκέφτομαι.
Από τότε και επί σειρά ετών η Φαύστα αποτελούσε το βασικό έργο των θεατρικών μας επιχειρήσεων. Η Δέσποινα είχε πάντα το ρόλο του πατέρα κι όλων των υπολοίπων ενώ η αφεντιά μου σε διπλό ρόλο έκπληξη, Ριτσάκι-Φαύστα. Το σενάριο, ανασκευασμένο από τη Δέσποινα, βρίσκεται καταχωνιασμένο σε κάποιο μέρος του σπιτιού. Εκεί είχαμε σημειώσει ακόμη και τα ρούχα και τα αντικείμενα που χρειαζόμασταν. Θυμάμαι ένα φορεματάκι βαφτιστικό, το'χαμε κυριολεκτικά ξεσκίσει στην προσπάθειά μας να χωρέσουμε. Θύμιζε όμως τόσο έντονα σώμα ψαριού -είχε γίνει κουρέλι- που το προτιμούσαμε σε όλες τις παραστάσεις. Μέχρι το τέλος. Το οποίο ήρθε όταν η Δέσποινα έγινε 15 χρονών. Τα αδέρφια μας αποτελούσαν το καλύτερο ακροατήριο που είχαμε. Παρακολουθούσαν με σαγόνι κρεμάμενο και αξιοθαύμαστη προσοχή, μαντεύοντας τη μισή πλοκή πίσω απ' τα κάγκελα του υπερυψωμένου μπαλκονιού χωρίς ποτέ να διαμαρτύρονται. Και μας χειροκροτούσαν αθώα, η πιο αληθινή πράξη αγάπης του κόσμου.
Αυτή η σουρρεαλιστική ιστορία είναι τόσο αναπόσπαστα δεμένη με τα παιδικά καλοκαίρια που δεν θα μπορούσε να μην είχε αναφερθεί εδώ. Φέρνει έναν αέρα τόσο μακρινό και δροσερό που σχεδόν με κάνει να πιστεύω πως το Ριτσάκι παραμονεύει στο μπαλκόνι κι όπου να'ναι θα φανεί σέρνοντας πίσω της τον Αυγουστίνο και τη Μάγια.
*had the deep-creased scars from handling heavy fish on the cords/ But none of these scars were fresh. They were as old as erosions in a fishless desert(...) he knew the depth of his tiredness(...)/The iridescent bubbles were beautiful. But they were the falsest things in the sea and the old man loved to see the big sea turtles eating them/Now is the time to think of only one thing. That which I was born for.
Σκεφτόμουνα ολημερίς - άκουγα Bobby Darin. Το απόγευμα (και αφού είχα διασχίσει Νέο Κόσμο - Δάφνη - Παγκράτι ον φούτ) είδα για μια ακόμη φορά τοCome September(1961) για να ακούσω τοθέμα. Και κάπου εκεί θυμήθηκα την Eila Pellinenη οποία είχε ερμηνεύσει στα φινλανδικά-με στίχο το θέμα αυτό υπό τον τίτλο Tule syyskuu(=Come September). Όλο το απόγευμα έψαχνα να βρω τους φινλανδικούς στίχους του τραγουδιού αλλά δε βγήκε τίποτε. Τα περισσότερα , όλα δηλαδή, τα αποτελέσματα στο γκουγκλ ήτανε σουόμι με αποτέλεσμα να κλαίω -σχεδόν- πάνω από κάθε μετάφραση. Όπως και να'χει πρόκειται για μια άξια ερμηνεία για την οποία ο Μπόμπι θα ήταν περήφανος.Παρ'όλα αυτά δεν θα ησυχάσω αν δεν βρω τους στίχους. Στη χειρότερη, θα γράψω ό,τι συλλαβή ακούω και θα το ανεβάσω εδώ για όποιον ενδιαφέρεται να τραγουδάει σπίτι του. Φυσικά οι δυσκολίες συνεχίζονται και στην αναζήτηση πληροφοριών για τηνEila Pellinen. Ξέρω ότι έλαβε μέρος στο διαγωνισμό της Γιουροβίζιον - ΝΑΙ πριν από 50 χρόνια, το 1962- με το τραγούδι Sitä rakkaus on (=αγάπη είναι ή κάπως έτσι μεταφράζεται). Συμμετείχε σε κάποιες ταινίες της εποχής - δεν έχω δει καμμιά αλλά σκοπεύω να το κάνω σύντομα.
Εδώ υπάρχει μια βιογραφία αλλά μην την αποτολμήσετε γιατί θα σας δώσει πονοκέφαλο.
*Το άγγελμα της ημέρας: Τα φινλανδικά είναι η γλώσσα του μέλλοντος (μου). **I'm in desperate need of the following songlyrics: Tule syyskuu by Eila Pellinen. Anybody willing to help please contact osonnenstrahlo@gmail.com or leave a comment here.I'll pay you back in some way/μένι σόρτς οφ γουέης.
Αυτό το μπλαβιασμένο κουτάβι μου είχε κυριολεκτικά κλέψει την καρδιά, όταν το πρωτογνώρισα. Καθόμουν και το χάζευα με τις ώρες και εψές πάλι το θυμήθηκα ή μάλλον με θυμήθηκε αυτό και ήρθε στον ύπνο μου.
Goluboy shchenok διαβάζεται αν και δεν είμαι και πολύ σίγουρος. Αν χρειαστεί πείτε το Γκολουμπόι σένοκ και γουφ. Εύκολα. Πρόκειται για μια σοβιετική ταινία κινουμένων σχεδίων μικρού μήκους, σκηνοθετημένη το 1976 απο τον Efim Gamburg, που βασίστηκε κατά ένα μέρος σε μια ιστορία του Gyula Urbán. Υπήρξε μια εξαιρετική καινοτομία της εποχής (λαμβάνοντας υπόψιν και τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες) διότι για την δημιουργία της δεν ακολουθήθηκε καμμιά πεπατημένη. Οι μικροσκοπικοί χαρακτήρες πλάστηκαν από κηλίδες αραιωμένης σινικής μελάνης η οποία κάλυψε τις επιφάνειες τόσο ταπεινά που δίνουν την εντύπωση ότι έγιναν από κάποιο ταλαντούχο παιδί. Αυτή η διαφάνεια προσέδωσε στις μορφές περισσότερη ένταση και την αίσθηση μιας συνεχούς κίνησης.
Το στόρυ λέει για το κουτάβι που γεννήθηκε φορώντας κάποιο παράξενο ρούχο χρώματος μπλε. Φυσικά όλοι το κοροϊδευαν και κανείς δεν ήθελε να κάνει παρέα μαζί του, εκτός από κάποιους περιθωριακούς κομπιναδόρους: ένα πονηρό μαύρο γάτο και έναν πειρατή που τελικά οργανώνει την απαγωγή του. !Σπόιλερ!Εμφανίζεται ένας καλός καπετάνιος που πληροφορούμενος την απαγωγή σπεύδει να σώσει το μικρό αλλά το πλοίο του βουλιάζει από τα σκυλόψαρα που στέλνει ο πειρατής. Εν τω μεταξύ ο μαύρος γάτος έχει συνάψει συμμαχία με τον πειρατή και γιορτάζουν τον θρίαμβό τους επί των δυο εχθρών. Η γιορτή τους διακόπτεται απότομα όταν νικούνται κατά κράτος από τους δυο φίλους οι οποίοι επιστρέφουν ελευθερωτές στο νησί. Από το σημείο αυτό το κουτάβι γίνεται αποδεκτό από τους υπόλοιπους και θεωρείται εντάξιμο. !Σπόιλερ! Στις αρχές της δεκαετίας του 90' αναπτύχθηκε μια άσκοπη παραφιλολογία για την ταινία που είχε ώς αφετηρία την λέξη Goluboy (=μπλε). Η λέξη αυτή είναι συνώνυμη της ομοφυλόφυλος στην ρωσική αργκό. Συνδυάζοντας αυτό το δεδομένο με στίχους τραγουδιών όπου το κουτάβι διαμαρτύρεται για τη διαφορετικότητά του, κάποιοι κακοπροαίρετοι αργόσχολοι εξήγαγαν το συμπέρασμα ότι πρόκειται για μια προσβλητική ταινία με ακατάλληλο περιέχομενο. Φυσικά αυτό δεν ισχύει διότι η λέξη χρησιμοποιείται με αυτό το νόημα από τη δεκαετία του 90' και μετά. Είναι επομένως εφεύρεση της μετακομμουνιστικής εποχής και δεν πρέπει να συνδέεται με το καθολικό μήνυμα που προσπαθούσε η ταινία να περάσει. Και φυσικά ας αναλογιστούμε σε ποιους προσπαθούσε να το περάσει. Δείτε την. Αυτά τα υδάτινα πλασματάκια είναι ό,τι πιο ελπιδοφόρο για τις ζεστές μέρες.
Προσπαθώ να σκεφτώ ένα καλό λόγο για τον οποίο θα εγκατέλειπε ένας Ιάπωνας την πατρίδα του. Και δεν μπορώ να βρώ κανένα.
Φυσικά μιλάμε από τη θέση του ασφαλούς και του τουρίστα. Τούτος εδώ ο Φουτζίτα ήταν μια ειδική περίπτωση. Απ' αυτές που δεν σηκώνει , ακόμη και σήμερα, το κλίμα της ιδιαίτερης του πατρίδας. Είναι γεγονός ότι η στιγμή κατά την οποία πάτησε το πόδι του στη γηραιά ήπειρο σηματοδότησε την αρχή ενός ξέφρενου πάρτυ που δεν τελείωσε παρά μόνο κάποιες δεκαετίες αργότερα.
Το 1910 αποφοίτησε από την σχολή καλών τεχνών του πανεπιστημίου του Τόκυο. Τέσσερα χρόνια μετά εγκατέλειπε την Ιαπωνία για το Παρίσι (είχε προηγηθεί ένα ταξίδι στο Λονδίνο). Είχε καταφέρει να πείσει τον στρατιωτικό πατέρα του ότι η δυτικού τύπου παιδεία που έλαβε στο Τόκυο δεν ήταν αρκετή για την πνευματική του εξέλιξη. Αναρωτιέμαι πόσο φιλόδοξος ήταν αυτός ο μαυριδερός τύπος έτσι ώστε να αποφασίσει να υλοποιήσει αυτή την τρελή σκέψη: να εγκαταλείψει την πατρίδα του και κάνοντας ένα τεράστιο και επικίνδυνο ταξίδι (με τις πρωτόγονες συγκοινωνίες της εποχής) να εγκατασταθεί σε ένα τόπο ολωσδιόλου ξένο. Επομένως, δεν πρέπει να προξενεί καμμιά εντύπωση το γεγονός ότι εισχώρησε πανεύκολα στο κύκλωμα των μποέμ του Μονπαρνάς και τουSalon d'Automne (εδώ για φώτος από τα στέκια τους). Οι καλλιτεχνικές του ανησυχίες υπήρξαν κατ' εξακολούθηση οι μόνοι ασφαλείς δέκτες. Αυτές τον οδήγησαν στην παρέα του Χουάν Γκρις, του Πικασσο και του Ανρί Ματίς καθώς και σε γνωριμίες με τους Αμεντέο Μοντιλιάνι, Σουτίν και Φερνάντ Λεζέ. Το στούντιο του βρισκόταν στην rue Delambre, στον αριθμό 5 και υπήρξε αντικείμενο θαυμασμού και φθόνου, διότι διέθετε μπανιέρα με ζεστό νερό στην οποία περνούσαν τον καιρό τους οι διάφορες αγάπες του. Επίσημα και κρυφά. Μια από αυτές φαίνεται ότι ήταν και η Κίκι ντε Μονπαρνάς, φιλενάδα του Μαν Ρέι. Όταν αποκτήσω αυτό το βιβλίο ίσως μάθουμε περισσότερα για τη σχέση της με τον Φουτζίτα. Το σίγουρο είναι πως το στούντιο αυτό το κέρδισε με σκληρή δουλειά αφού -όπως πληροφορούμαι από έγκυρες πηγές- φρόντιζε να παραμένει νηφάλιος, μακριά από αλκοόλ και άλλες εξαρτησιογόνες ουσίες. Παραμένει βέβαια το γεγονός ότι υπήρξε καθ'όλη τη διάρκεια της ζωής του ένας εκκεντρικός και προκλητικός επαίτης της προσοχής του περιβάλλοντός του. Κι αυτό είναι μια αλήθεια, όσο κι αν ακούγεται κάπως. Περιφερόταν στους καλλιτεχνικούς κύκλους με ενδυμασίες-δικές του κατασκευές, σκουλαρίκια και άλλα ψοφάω-να-με-κοιτάνε-και-να-γίνομαι αντικείμενο-σχολιασμού-έστω -και- λοιδορίας αξεσουάρ. Περί τα τέλη της δεκαετίας του 20' και αφού είχε προλάβει να βγάλει καλά λεφτά, αναγκάστηκε να εγκαταλήψει εσπευσμένα το Παρίσι. Η γαλλική φορολογική αρχή τον καταδίωκε διότι ήταν ασυνεπής στις πληρωμές. Κατέφυγε στην Αμερική. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
Από τότε και μέχρι το τέλος της ζωής του κινούνταν στο τρίγωνο Ιαπωνία - Παρίσι - ΗΠΑ. Στο μυαλό του δεν υπήρξαν ποτέ οι έννοιες Ανατολή ή Δύση διότι ο κόσμος ήταν ένα καθολικό καρναβάλι χωρίς αρχή και τέλος, όπου όλοι έπρεπε να περνάνε καλά. Αυτή την αρχή υπηρετούσε και ο ίδιος. Αυτό που αξίζει να σημειωθεί είναι η ευελιξία με την οποία αυτός ο άνθρωπος made his way through life. Διότι μεγάλο καλλιτέχνη δεν τον λες. Ειδική περίπτωση μπορεί. Αν και πολλοί τον κατηγόρησαν ότι πλησίαζε τον τύπο του λαμόγιου.
*Πάντα έβρισκα ελκυστική την εικόνα αυτού του δανδή με τις γάτες.
*δεν έχω καθόλου έμπνευση σήμερα συν το ότι δεν βρίσκω και καλές ταινίες διις ντέις. σαν να τις παρέσυρε όλες κάποια τεράστια παλύρροια - που έχει καταπιεί παρεπιμπτόντως και ολόκληρο το λεκανοπέδιο. τα χρώματα έξω είναι τόσο σκληρά, κάτω από αυτό το φως τα αντικείμενα και οι άνθρωποι φαίνονται όλα αιχμηρά και απειλητικά. και πιο πολύ οι σκιές που ρίχνουν στην καιόμενη άσφαλτο. σκέφτομαι με νοσταλγία την γλυκιά κούραση που είχαν τα παιδικά και εφηβικά καλοκαίρια και θέλω να ουρλιάξω από κακία. εκείνα τα χρόνια ήταν σαν όλα να έσταζαν μέλι. κάπως έτσι. και ήταν κάπως μπλαζέ. ροκ'ν'ρολ δεν έπαψαν να είναι ποτέ όμως. θυμάμαι ένα παλιό ράδιο της μάνας μου και κάποιες παλιές κασσέτες γυμναστικής που τις έπαιζα όλο το καλοκαίρι -τσαρούχι...κάτω...τσαρούχι...κάτω και πάμε...- every step you take. και μετά τα βράδια καθόμουνα στη τζαμαρία. άκουγα ένα τοπικό ραδιοσταθμό που λεγόταν τοπ εφ εμ - μωρά στη φωτιά- ή διάβαζα μυθιστορήματα με τίτλους όπως ένα παιδί μετράει τ'άστρα -Λουντέμης, Το ημερολόγιον του βίου μου -Σάββας Τσερκεζής και Ερωτόκριτος -Βιντσέντζος Κορνάρος. δεν έχω καμμιά ανάμνηση από τις δραστηριότητες των υπολοιπων μελών της οικογένειας. me, myself and irene. ευχόμουν πράγματα ανέλπιδα και ήλπιζα σε κάποια αόρατη πίστη. που με ήθελε να περπατήσω όλο τον κόσμο με τα μάτια. σε μιας εποχής περίπατο. αλλά πάντα όταν γύρναγα σπίτι ήταν καλοκαίρι.
Θυμήθηκα το Emak-Bakia(1926) και το L'étoile de mer(1928) και γύρισα νοητά στην ντανταϊστική περίοδο της ζωής μου -όχι πως έχει περάσει- μόνος, μάλλον παραμυθιάζομαι γιατί αυτό με κάνει να νιώθω καλύτερα. για την ώρα. Αυτά τα μικρά αριστουργηματάκια μαζί με κάποια άλλα shorts του Man Ray μπορείτε να τα δείτε εδώ. Όσο για τη θρυλική Κίκι του Μονπαρνάς -Kiki de Montparnasse- η οποία υπήρξε ερωμένη και σημείο έμπνευσης για τον Man Rey, λίγα πράγματα είναι γνωστά πέρα από τις αμέτρητες απόπειρες των καλλιτεχνικών αδελφοτήτων να την προσεγγίσουν ή να αποσπάσουν την προσοχή της (δες).
*Κάποιοι κύκλοι πρέπει να κλείνουν νωρίς αλλιώς γίνονται τετράγωνα που σε σπρώχνουν στις γωνίες.