14.3.10

All All And All

All all and all the dry worlds lever,
Stage of the ice, the solid ocean,
All from the oil, the pound of lava.
City of spring, the governed flower,
Turns in the earth that turns the ashen
Towns around on a wheel of fire.

How now my flesh, my naked fellow,
Dug of the sea, the glanded morrow,
Worm in the scalp, the staked and fallow.
All all and all, the corpse's lover,
Skinny as sin, the foaming marrow,
All of the flesh, the dry worlds lever.


All all and all the dry worlds couple,
Ghost with her ghost, contagious man
With the womb of his shapeless people.
All that shapes from the caul and suckle,
Stroke of mechanical flesh on mine,
Square in these worlds the mortal circle.


Flower, flower the people's fusion,
O light in zenith, the coupled bud,
And the flame in the flesh's vision.
Out of the sea, the drive of oil,
Socket and grave, the brassy blood,
Flower, flower, all all and all.


DYLAN THOMAS

11.3.10

Άνοιξη

.........................

*Μαρούσι - Παγκράτι, 2 ώρες και 17 λεπτά τόταλ, με μια μικρή στάση στο σούπερμαρκετ για να πάρω φασόλια. Όταν έφτασα στις γνώριμες γειτονιές (από την Πανόρμου και μετά) ένιωθα ήρωας. Κι αυτό όχι λόγω της μακράς διαδρομής - που είναι ταυτοχρόνως καταθλιπτική και αρχοντοχωριάτικη - αλλά της επικινδυνότητας του εγχειρήματος. Τρεις φορές κινδύνεψα να με πάρουν παραμάζωμα διερχόμενα αυτοκίνητα, έπρεπε να κοιτάω συνέχεια τις πλάτες μου, τα πεζούλια έξω από τις σπιταρόνες του Ψυχικού τίγκα στο σκουπιδαριό, η ηχορύπανση να' χει φτάσει στο ζενίθ και να νιώθω μόνος κι έρημος (αφού στο δρόμο δεν υπήρχαν παρά ελάχιστοι πεζοί). Δυο φορές σκόνταψα - και σώθηκα λόγω χορευτικής παιδείας - από το φόβο. Τώρα που το ξανασκέφτομαι κάπως λυπάμαι, ήταν μια διαδρομή τόσο μηχανική και βαρετή ακόμη και για τον πιο δεινό περιπατητή. Φυσικά υπήρξαν και χάιλαϊτς, μια πολυκατοικία στο Χαλάνδρι με κήπο - καλαμιώνα, ένας ηλικιωμένος κύριος με σκυλάκι, κραγιόν και μπουρνούζι, μια μικρή παρέα φιλιππινέζες κυρίες που σκούπιζαν (όλες) και τραγουδούσαν στις βεράντες, μια κόκκινη ανεμώνα στον αρμό του πεζοδρομίου, καθώς και μια ενδιαφέρουσα υπόγεια διάβαση, ένα απόγευμα τελοσπάντων καθόλου κομψό, ούτε κραυγαλέο. Η απόλυτη μετριότητα. Έτσι όπως ακριβώς τη χρειαζόμουνα για να είμαι χαρούμενος.

9.3.10

_*_

.......

(...) ο κλήρος της ελληνικής χερσονήσου ήταν τότε περισότερο αμαθής και οι μοναχοί, ανέμελοι, απλοϊκοί, φιλικοί, "καλά παιδιά", φαίνονταν ελάχιστα ικανοί να καθοδηγούν πληθυσμούς κυριευμένους από προλήψεις
.
Να ήταν μόνον αμαθείς εκείνοι οι καλόγεροι! Όμως, σε ορισμένα μέρη της Ελλάδας, προπαντός στις άγριες περιοχές της Μάνης, επαίτες εκ φύσεως και εξ ανάγκης, άπληστοι για τους παράδες που τους έριχναν μερικές φορές ευσπλαχνικοί ταξιδιώτες, έχοντας ως μοναδική απασχόλησή τους να δίνουν στους πιστούς να φιλήσουν κάποια θαυματουργή εικόνα Αγίου ή να διατηρούν αναμμένο το καντήλι στο εικονοστάσιο κάποιας Αγίας, απελπισμένοι από τη μικρή απόδοση του φόρου της δεκάτης, των εξομολογήσεων, των κηδειών και των βαπτίσεων, οι κακόμοιροι αυτοί άνθρωποι, προερχόμενοι άλλωστε από τις πιο χαμηλές κοινωνικές τάξεις, δεν θεωρούσαν ατιμωτικό να ασκούν το επάγγελμα του παρατηρητή -και τι παρατηρητές! για λογαριασμό των κατοίκων της παραλιακής ζώνης.

Έτσι, οι ναυτικοί του Οίτυλου, ξαπλωμένοι στο λιμάνι, όπως εκείνοι οι Λαζαρόνοι της Νάπολης, οι οποίοι χρειάζονται ώρες για να ξεκουραστούν για εργασία μερικών λεπτών, πετάχτηκαν όρθιοι, μόλις είδαν έναν από τους δικούς τους καλόγερους να κατεβαίνει τρέχοντας προς το χωριό, κουνώντας τα χέρια του.

Θα ήταν πενήντα ως πενήντα πέντε χρόνων, άντρας όχι μόνο χοντρός αλλά παχύσαρκος από το λίπος που δημιουργεί η οκνηρία και του οποίου η πονηρή φυσιογνωμία δεν μπορούσε να εμπνεύσει μεγάλη εμπιστοσύνη(...)
Jules Vernes, "Το Αιγαίο στις φλόγες"

7.3.10

Σαββατόβραδο


*Υπάρχει μια λεπτή γραμμή που χωρίζει το χειμώνα απ' την άνοιξη/ την έχω χάσει σήμερα/ όποιος τη βρει είναι δικιά του/ μαζί με τη σχετική διάθεση/ τις πρωινές ώρες κάποιος είπε ότι θα πήγαινε εκδρομή στην Πάρνηθα/ ήταν ένα βράδυ βαριετέ/ κλασικά/ τρόπον τινά αναμενόμενο/ δηλαδή οκ/ εκτός από τα μανιτάρια και τα κλαδιά της αμυγδαλιάς που οραματιζόμουν φυτεμένα πρόχειρα σ' ένα τενεκέ στο μπαλκόνι/ υπήρχε δηλαδή δαντέλα κάπνα κι αποχαύνωση/ και μια γκόμενα που θύμιζε παγώνι/ καθώς κι ένα πορτάκι πίσω απ' τους καναπέδες όπου ήθελα να χώσω το πρόσωπο/ αλλά ήταν τα κομπρεσέρ και δεν αντέχω το θόρυβο/ στις οκτώ το πρωί που γύρισα σπίτι κάθισα στην κουζίνα /με μυαλό κιμά/ και μια αίσθηση αόριστη/ συνοδεύει το ξημέρωμα/ κρύωνα τραγικά/ the more it backfires/ και φυσικά ήταν πολύ νωρίς για το Distance (2001) του Hirokazu Koreeda/ άσχετο αν αυτό πραγματικά χρειαζόμουνα/ κατάφερα να συγκρατηθώ.
<---- Και λίγο Αυγουστίνο. Ίσως.

3.3.10

Hinamatsuri 雛祭り

.............................
*Η 3η Μαρτίου αποτελεί για τους Ιάπωνες μια σημαντική γιορτή. Είναι η Μέρα των κοριτσιών 雛祭り ή Γιορτή των Κούκλων, Hinamatsuri. Η μέρα αυτή γιορτάζεται κατ' οίκον και δημόσια, δίπλα στην θάλασσα. Μεταξύ άλλων οι τελετές στοχεύουν στο να εξαγνίσουν τα νεαρά κορίτσια και να απομακρύνουν τα κακά πνεύματα. Κάθε σπίτι εξοπλίζεται με μια πλατφόρμα (με επτά, συνήθως, σκαλοπάτια) στα οποία τοποθετούνται διακοσμητικές κούκλες - 雛人形 hina-ningyō (αυτοκράτορας, αυτοκράτειρα, αυτοκρατορικοί ακόλουθοι, μουσικοί, σαμουράι) και διάφορα άλλα αντικείμενα (τραπέζια με γλυκά, ανθισμένα δέντρα, άμαξες, έπιπλα, φανάρια, καθρέφτες, σύνεργα για τσάι ή σάκε, κιβώτια). Στην ταξιθέτηση υπάρχει φυσικά ιεραρχία.
**Γενικά δεν υπάρχει έμπνευση. Την περιμένω όμως. Όπως τα κορίτσια τη γιορτή τους.

27.2.10

deja vu


** Είδα τις ελιές στη φώτο κι έγινα συναισθηματικός. Θυμήθηκα ότι κάτω από ένα λιόδεντρο έχασα το πρώτο μου δόντι, ήταν άνοιξη και δεν είχα κάποιο βιβλίο ούτε χαρτί ακουαρέλας. Ο Γιώργος φρέναρε τ' αμάξι με τα χελωνονιντζάκια ακριβώς δίπλα στο χαμένο μου δόντι, μεταβολή, για να χαθεί και πάλι στην αντίθετη κατεύθυνση. Κάτω από κείνο το δέντρο είδα την orchis lactea, το muscari commutatum και ένα άλλο μικρό λουλούδι χρώματος μωβ που δε θυμάμαι τ' όνομά του. Πιθανώς να μην υπάρχει καν στην Αττική. Ενώ έψαχνα γι' αυτό, εντόπισα αυτό το blog και μετά αυτό εδώ.
Καιρός για μια επίσκεψη στο κτήμα Συγγρού.

25.2.10

_*_










* Θέλω να πάρω αυτό το βαλιτσάκι με τα λουκάνικα και να φύγω διακοπές κάπου που δεν υπάρχει κανένας και τίποτε. Για Χ μέρες. Να τρώω τα λουκάνικα κι ένα χώμα άσπρο που θα μαζεύω από κάτω (;). Και να μη σκέφτομαι τίποτε. Μόνο να βλέπω το φαγητό στο άσπρο φόντο και να δυσκολεύομαι να αποφασίσω πιο λουκάνικο θα φάω μετά.

24.2.10

aww

Petting Bambi II

Ανάποδες

.............................

*"To tell the truth, artifice was in Des Esseintes' philosophy the distinctive mark of human genius.
As he used to say, Nature has had her day; she has definitely and finally tired out by the sickening monotony of her landscapes and skyscapes the patience of refined temperaments. When all is said and done, what a narrow, vulgar affair it all is, like a petty shopkeeper selling one article of goods to the exclusion of all others; what a tiresome store of green fields and leafy trees, what a wearisome commonplace collection of mountains and seas!
In fact, not one of her inventions, deemed so subtle and so wonderful, which the ingenuity of mankind cannot create; (...)
Yes, there is no denying it, she is in her dotage and has long ago exhausted the simple-minded admiration of the true artist; the time is undoubtedly come when her productions must be superseded by art."

Ουμβέρτος διπλός και αμυντικός

*Κάπως έτσι ονειρεύτηκα τη σημερινή μέρα.

21.2.10

Στο Ασκληπιείο

.......................

*Σήμερα ξύπνησα κανονικά. Δηλαδή κατευθείαν. Από τις γρίλιες έμπαινε ένα φως λεπτό και ήμουν κάπως χαρούμενος που μπορούσα να το παρακολουθήσω αναπνέοντας με το στόμα κλειστό - για πρώτη φορά μετά από μέρες. Στον ακάλυπτο κάποιος άκουγε τον Άγιο Φεβρουάριο, είχα καιρό ν' ακούσω την Πετρή Σαλπέα και συγκινήθηκα. Θυμήθηκα τις Κυριακές μετά το Χειμώνα με το άσπρο φιατ, τον Γιώργο μισοκρεμασμένο απ' το παράθυρο, τότε είχε πολύ μαλακά μαλλιά - κόντρα στον ψυχρό άνεμο της ταχύτητας - παρακαλούσα να παίξει το κι αν ο αγέρας φυσά πάλι και πάλι μέχρι πάντα. Σχεδόν. Μετά το περίπτερο/ φούρνο σκεφτόμουν ότι αν ήταν να φτιάξω σάουντρακ για ταινία αισθηματική ο Άγιος Φεβρουάριος θα' τανε σίγουρα υποψήφιο για τραγούδι τίτλων. Κι αυτά συμβαίνουν στον καιρό, μ ' από τότε μέχρι εδώ . Μετά πήγα στο μπάνιο επειδή απ' τον φωταγωγό ερχόταν ένας παράξενος θόρυβος. Ήταν ο αέρας αλλά ανακάλυψα ένα τηλέφωνο. Γιατί κάποιος να θέλει να γράψει ένα τηλέφωνο στον τοίχο ενός φωταγωγού 0,30x 0,30 μ. ; Από πάνω έγραφε και μια λέξη που δε βγαίνει, αλλά σίγουρα έχει να κάνει με τον Αλή.

Το απόγευμα έλαβα την φώτο μ' αυτό το θεϊκό πλάσμα αβοήθητο, το ράμφος του τίγκα στον πάγο, θα τελειώσει αν δεν το βάλουν να κολυμπήσει σε ζεστό νερό και συγχύστηκα. Γκετ γουέλ σουν.

20.2.10

Sixteen candles

*Σήμερα συνειδητοποίησα ότι έχουν περάσει 10 χρόνια από τα 16α μου γενέθλια. Σε αυτό το κλίμα ακούω στο ριπίτ Κρέστς.
Κι είναι σαν να μην έχει περάσει ούτε μια μέρα.
**pic

17.2.10

Τοσίρο Μιφούνε φορέβα


Εαν, ω μη γένοιτο, μείνω μια μέρα ακόμα κρεβατωμένος φοβάμαι ότι θα μετατραπώ σε απολίθωμα. Η σημερινή είναι η πέμπτη μέρα κι έχω φαγωθεί να βγώ έξω. Κυρίως επειδή κάποιος μου είπε ότι ήρθε η Άνοιξη. Πέρασα την τελευταία βδομάδα χαπακωμένος, δεν κατόρθωσα ούτε μια ταινία σωστή, όλο κάτι μισές εδώ κι εκεί . Στα διαλείμματα που έκανα από τις μεγάλες σιωπές του ανήσυχου ύπνου, κοίταγα παρατεταμένα το ταβάνι ή άλλα αντικείμενα: ένα κουβάρι γαλάζιο μαλλί με χαμένη άκρη, το πλαστικό σακούλι του φαρμακείου και τις φυσαλίδες στο ποτήρι του νερού. Όπου ακούμπαγα πόναγα, σα να μ' είχανε τουμπανιάσει στο ξύλο. Για πολλά ντρόγκια. Για τρεις μέρες δεν μίλησα καθόλου, ούτε καν στον εαυτό μου. Ούτε στον ύπνο μου. Ούτε. Ούτε. Τελικά σήμερα κατάφερα να φάω ένα μήλο και να δω μια ταινία. Πιστεύω πως είμαι σε καλό δρόμο. Η ταινία της ανάρρωσης ήταν το Mifunes sidste sang (1999) του Søren Kragh-Jacobsen, η οποία υπόκειται στους νόμους του Dogme 95 (my ass), γι' αυτό και σε πολλά σημεία (ειδικά σε ότι αφορά στην φωτογραφία) θυμίζει το ενοχλητικότατο Idioterne (1998) καθώς και το Festen (1998). Φυσικά δεν πιάνει τα επίπεδα του Festen, τούτος εδώ ο Γιάκομπσεν είναι κάπως παλαβωμένος με τους έρωτες και τα εγκαταλελειμμένα παιδιά. Αρκετά ώστε να κάνει σοβαρές ταινίες ανάρρωσης για ζαβλακωμένους μπλόγκερς.
Πάντως το μήλο μου το έφαγα.