Αλλά το χαρακτηριστικό που διακρίνει περισσότερο το έργο του και του προσδίδει τη σφραγίδα της μοναδικότητας είναι η ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ, deadpan humor. Είναι ένας τύπος αστεϊσμού ξερός αλλά ταυτόχρονα τόσο καθαρός, ευφυής και εκλεπτυσμένος (που δεν θα δίσταζα να κατατάξω τον Kaurismaki στους μάστορες του είδους). Πιστεύω ακράδαντα ότι πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό έμφυτο που ο καθένας δύναται να το εξελίξει κατά το δοκούν...κι ο συγκεκριμμένος το έχει μελετήσει σωστά. Παραθέτω ενδεικτικό απόσπασμα από διάλογο στο Τhe Man without a past (σε ελεύθερη μετάφραση):
Μ: Πότε μπορώ να μετακομίσω;
Antilla: Μόλις γυρίσω την πλάτη μου.
Μ:Και τα κλειδιά;
Αntilla: Βλέπεις πουθενά κλειδαριά;
Μ:Όχι.
Antilla: Μην ασχολείσαι με τρίχες λοιπόν, αλλιώς θα πάρω και την πόρτα.
Άλλα καουρισμακικά μοτίβα αποτελούν εκείνο της επανάληψης και εκείνο της συμμετρίας. Ο βλοσυρός ήρωας στο Take Care of Your Scarf, Tatjana θέλοντας να ξεφύγει από την ανιαρή ζωή του, παρατάει τη δουλειά, κλειδώνει τη μητέρα του στη ντουλάπα διεκδικώντας το δικαίωμά του στη ζωή. Στο τέλος, σε τέλεια συμμετρία, επιστρέφει στο πατρικό του, ξεκλειδώνει τη μητέρα του και συνεχίζει τη δουλειά του σα να μην συμβαίνει τίποτε.
Οι περισσότερες από τις ταινίες του ξεκινάνε με περιγραφικό τρόπο: περιγραφές βιομηχανικών τοπίων, μεταλλείων, κάσες φορτηγών αυτοκινήτων, καθώς και «ενδιάμεσοι χώροι», κλιμακοστάσια, αποδυτήρια, σουπερμάρκετ, αυτοκίνητα και πλοία – χώροι με κοινό χαρακτηριστικό ότι σε αυτούς συναντάει κανείς ξένους. Στις εξοχικές λήψεις επικρατούν οι οριζόντιες γραμμές. Διατηρούνται τα επίπεδα τοπία της φινλανδικής Ostrobothnia (Pohjanmaa – δυτική Φινλανδία). Μια μαύρη λωρίδα δάσους χωρίζει τα σταχτιά τοπία από τον ιδιου χρώματος ουρανό, αμμουδιές με χαλίκια στο Ariel – όλα μοιάζουν τεχνητά.
Το Ελσίνκι του Καουρισμάκι ζει μια δικιά του ζωή η οποία είναι αποσπασμένη από τον χρόνο (όπου υπάρχει δανείζεται χαρακτηριστικά από τις δεκαετίες του 50'-60'-70'). Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει την πόλη είναι κριτικός και συχνά καθόλου ρομαντικός: Σταθερά οι ήρωές του θέλουν να εγκαταλείψουν την πόλη για άλλους προορισμούς, Μεξικό στο Ariel, Εσθονία στο Calamari Union /Take Care of Your Scarf Tatjana. Η διαδικασία αυτή μπορεί να ταυτιστεί και με εσωτερικό ταξίδι, διότι το αποτέλεσμα είναι πάντα εσωτερικό και εξελικτικό. Η πόλη λοιπόν, εμφανίζεται αρχικά ως μια καλή προοπτική για τους νεαρούς χωριάτες. Αργότερα όμως μεταλλάσσεται σε ανηλεές, σκληρό και τελικώς εχθρικό περιβάλλον για κάθε αθώο ξένο και ειδικότερα για τα αουτσάιντερς. Φυσικά και δεν επιθυμούν αυτοί οι φτωχοί ξένοι να επιστρέψουν στη γενέτειρά τους στην επαρχία. Θα παλέψουν μέχρι το τέλος ακόμη κι όταν οι μάχες θα είναι άνισες.
Άλλωστε έτσι είναι το καουρισμακικό σύμπαν : οριστικό.
Το αρχετυπικό τοπίο του Kaurismaki είναι όμως, πέραν πάσης αμφιβολίας, η καφετέρια (baari). Αποτελεί σήμα και κληρονομιά του μεταπολεμικού παρελθόντος της χώρας/ κοινό σημείο αναφοράς των ανθρώπων. Εντάσσεται στην αισθητική της δεκαετίας του 50’ και σηματοδοτεί το πέρασμα από την αγροτική στην αστική ζωή. Τέτοια καφενεία ήταν χαρακτηριστικά εργατικών συνοικιών (όπου ο Kaurismaki έζησε τα παιδικά του χρόνια) και αποτελούσαν σημεία συνάντησης της νεολαίας της εποχής.
Στις ταινίες του χρησιμοποιεί συγκεκριμένους χρωματικούς τόνους, ομιχλώδεις, με εντάσεις που φωτίζουν σχεδόν κάθε επιφάνεια και συνθέσεις ως επί το πλείστον στατικές. Πιστός συνεργάτης του εδώ και χρόνια, ο Timo Salminen φροντίζει για τα κόλπα του φωτός και των σκιών. Όλα κρύβονται στο σκοτάδι του κόσμου για να αναδυθούν στο μαγικό φως που εκείνος επιλέγει να τους δώσει: Μαγεία στα πρόσωπα, στις κορμοστασιές, στα χρηστικά αντικείμενα και στα τοπία.
Γενικά θα λέγαμε ότι σκοπός του είναι να αιχμαλωτίσει το εφήμερο, το αίσθημα της χαράς που είναι τόσο περαστική, της μελαγχολίας, του θριάμβου και της αφάνειας, της λήθης. Οι ταινίες αφήνουν το αίσθημα της σχεδόν ανυπαρξίας, και μπορεί να μην παραμείνουν μετά από τη στιγμή – ακριβώς όπως τους χαρακτήρες του, που βρίσκονται μονίμως στο όριο του να χάσουν τελείως τον εαυτό τους, βυθισμένοι στην θλίψη, το αλκοόλ ή απλά την άσκοπη, συνεχή κίνηση. Αυτό είναι το μελοδραματικό σύμπαν του Καουρισμάκι. Απλό όσο το κάπνισμα ενός τσιγάρου, το άκουσμα ενός μουσικού κομματιού ή η παρασκευή μιας κούπας καφέ. Είναι οπαδός των happy endings, πολλές φορές ειρωνικών, ανέκφραστων και συχνά έξυπνα – γλυκανάλατων. Δεν ξέρω πως αλλιώς να το θέσω...σαν αυτά τα τέλη να αποτελούν παραθέματα από ταινίες αλλωνών.
Ο Καουρισμάκι είναι νοσταλγικός. Κι ενώ η νοσταλγία έχει κακή φήμη στους καλλιτεχνικούς κύκλους και μεταξύ των διανοουμενων, αυτός κατάφερε να την κάνει να συμβαδίσει με την οξύτητα και την επαναστατική του εικόνα: την εικόνα του αυτάρεσκου, αλαζόνα νεαρού μετεφηβικής ηλικίας που μόνο το παρόν φαίνεται να τον απασχολεί. Άλλο χαρακτηριστικό του είναι η λεγόμενη «αριστεριστική μελαγχολία» κατά την οποία η δράση εξουδετερώνεται κάτω από τον θρήνο για την απώλεια. Οι καταβολές αυτού του φαινομένου εντοπίζονται ήδη στα έργα των Baudelaire, Dostoyevsky και Kierkegaard. Κρίνοντας από το έργο του, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η νοσταλγία και η μελαγχολία είναι στοιχεία που έχουν να κάνουν περισσότερο με την δημιουργία ενός προσωπικού κινηματογραφικού ιδιώματος. Οι αναχρονιστικές λεπτομέρειες είναι αυτές που προσδίδουν στο έργο την σφραγίδα του μοναδικού του σουρρεαλιστικά μοναδικού. Από την άλλη, οι ιδιοι αναχρονισμοί είναι που καθιστούν συχνά το έργο του στόχο αρνητικών κριτικών. Διότι όταν κανείς βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα καθηλωτικά ρεαλιστικό ύφος περιμένει και μια αντίστοιχη εξέλιξη, που όμως δεν έρχεται ποτέ στο έργο του Kaurismaki. Υπάρχουν πάντα "άκυρα" ή "αταίριαστα" στοιχεία όπως για παράδειγμα μουσική, αυτοκίνητα ή αντικείμενα από άλλες εποχές.
Στις 23 Μαίου 2008 η πρόεδρος της Φινλανδίας, Tarja Halonen, επικύρωσε την εκλογή του Aki Kaurismaki ως ακαδημαϊκού. Επιθυμία του ήταν να παρευρεθεί ο αγαπημένος του ακκορντεονίστας Matti Rantanen. Στην τελετή έπαιξε το κομμάτι “Siks oon ma suruinen,” (=My love has gone away) ένα φινλανδικό ταγκό του Toivo Karki. Στην ευχαριστήρια ομιλία είπε:
“I want to thank all parties concerned for your trust. I can only think of one sentence. It can be found at the end of Henri Murger's novel:
“We're only young once.”
Δεν έχω παρά να συμφωνήσω.