16.7.10
14.7.10
12.7.10
A girl on (a confusing) Sunday
Beniamino Gigli - Celeste Aida (G. Verdi: 'Aida')Ute Lemper (Kurt Weill) - Youkali Tango
Δανάη - Τανγκό Νοτούρνο
Olavi Virta - Valssi menneiltä ajoilta
Νίκος Γούναρης - Μα γιατί, μα γιατί
Reverend Horton Heat - In Your Wildest Dreams
Dmitri Shostakovich: Jazz Suite No. 2 : VI. Waltz 2 - Part 6/8 (Russian State Symphony Orchestra)
Mina - Zebra a pois
Kirk Douglas - A Whale Of A Tale (από το 20,000 Leagues Under the Sea)
Peppino di Capri - Abrete Sesamo
Nino Rota - 8 ½ theme
Japan - The experience of swimming
Henry Brant - Quombex
Ennio Morricone - Harmonica
The Meteors - Johnny remember me
The Yardbirds - Stroll on
Babyshambles - Killamangiro
11.7.10
8.7.10
6.7.10
5.7.10
4.7.10
Κουκλίτσας
Η φωνή του ερχόταν/ σαν απ' το βάθος της άμμου τσίτσιδη και αυθάδικη/ νουάρ, ποπ, νταντά και βι αι πι σκυλάδικο/ όλα μαζί αξεχώριστα και προκλητικά/ ήθελα να γείρω στο τσιμέντο πίσω/ να ιδρώσω και να κοιμηθώ ακίνητος/ ακούγοντάς τον να μιλάει ξεφυσώντας /για τους έρωτες/ με την ίδια μεταφυσική αγωνία παιδιού που κοιμάται/ είχαν έρθει και δυο γατόνια/ το ένα έμοιαζε ακριβώς έτσι/ και κοίταγε ακριβώς έτσι/ δηλαδή με κραυγαλέα αποσιωπητικά/ διδυμάκι με τη Σόδα της Λου/ δε γινόταν καμμιά παύση/ εκτός απ' την ώρα της κατάποσης του ψωμιού/ η γλυκύλα ανακατωμένη με την άπνοια/στο μυαλό μου έπαιζε στο ριπίτ αυτό από το Ζabriskie point/ μιξαρισμένο με το οδυνηρό έντελβαϊς που έπαιζα στον αυλό στη σχολική χορωδία/ ήταν μια παραξενιά αυτό το ψωμί με τα γατιά και την αναλυτική λογική/ δυνητικά λίγο σταφύλι θα επανέφερε την ισορροπία/ μόνο που κανείς δεν το σκεφτόταν ακριβώς έτσι/ ήθελα να πω πόσο μου θύμιζε κείνη την ώρα/ το χριστό από τη βάπτιση του Πιέρο ντελα Φραντσέσκα/ αλλά το άγιο πνεύμα χανόταν στα οινοπνεύματα / και μου φαινόταν αδιανόητο να διακόψω την ροή της σκέψης του/ παρακολουθούσα την προσπάθεια των κοριτσιών στο διπλανό/ να τεμαχίσουν το ψητό χταπόδι/ μπλαζέ κατάσταση/ με τα φαγιά κι όλα/ αλλά αυτός/ αυτός/ ένα χάιλαϊτ από μόνος του/ παρέπεμπε τόσο έντονα σε καπέλα πανάμα και Πίνο Σιλβέστρε/ που δεν είχα τι άλλο να ζητήσω / τελικά/./ There will be no game today, she cried across the board/ Everyday will be a holiday/ And all the pieces cheered as tidings spread abroad/ And the Pink Queen sat/and smiled at the cat who smiled back .1.7.10
Amateur/ Δημοτικό

[Ένα κομμάτι μάλαμα, ένα κομμάτι ασήμι,
εκόπη από τον ουρανό κ' έπεσε μεσ' 'ς τη διάβα,
κι' άλλοι το λένε σύγνεφο, κι' άλλοι το λένε αντάρα.
Κείνο δεν είναι σύγνεφο, κείνο δεν είν' αντάρα,
παρά ειν' η κόρη του παπά, πόρχετ' από ταμπέλι.
Βαστά τα μήλα 'ς την ποδιά, τα ρόιδα 'ς το μαντήλι.
Δυο μήλα της εγύρεψα, κι' αυτή μου δίνει τρία.
"Δε θέλω γω τα μήλα σου, τα τσαλοπατημένα,
θέλω τα δυο του κόρφου σου, τα μοσκομυρισμένα.]
κι' άλλοι το λένε σύγνεφο, κι' άλλοι το λένε αντάρα.
Κείνο δεν είναι σύγνεφο, κείνο δεν είν' αντάρα,
παρά ειν' η κόρη του παπά, πόρχετ' από ταμπέλι.
Βαστά τα μήλα 'ς την ποδιά, τα ρόιδα 'ς το μαντήλι.
Δυο μήλα της εγύρεψα, κι' αυτή μου δίνει τρία.
"Δε θέλω γω τα μήλα σου, τα τσαλοπατημένα,
θέλω τα δυο του κόρφου σου, τα μοσκομυρισμένα.]
Δημοτικό
**pic
29.6.10
27.6.10
A girl on (a restless) Sunday
The Dudley Moore Trio - Bedazzled Brian Bennett - Solstice
Μαρία Δημητριάδη - Σ' αναζητώ
Francoise Hardy - La mer
David Bowie - Moonage Daydream
Roxy Music - The bogus man
Klaus Weiss - Different Strokes
Alan Moorhouse - Pop Mandolin
Marsha Hunt - Oh no no no (the beast day)
Harold Alexander - Mama Soul
Flying Lotus - Another Night On The Roof
Ananda Shankar - Streets Of Calcutta
Larry Gus - Loto Mafam
Sir John Betjeman - Late Flowering Lust
26.6.10
25.6.10
23.6.10
Όσα δε φτάνει η αλεπού
Το παραμύθι της αλεπούς - Le roman de Renard (1930) είναι ένα stop-motion animation, του πρωτοπόρου, Πολωνού δημιουργού Ladislas Starevich (Владисла́в Старе́вич). Βασίζεται στον αλληγορικό, μυθικό κύκλο του Renard - της ανθρωπόμορφης, ερυθρόχρωμης αλεπούς- ο οποίος συνίσταται από ιστορίες γαλλικές, φλαμανδικές, βρεττανικές και γερμανικές. Υπάρχουν άπειρες φιλολογικές πηγές (τέτοιο μπέρδεμα έχω να δω από τον κύκλο του ακριτικού έπους) στις οποίες μπορεί ν' ανατρέξει κανείς για στοιχεία καθώς και πλούσιο εικονογραφικό υλικό. Εντυπωσιακά είναι τα εικονογραφημένα μεσαιωνικά χειρόγραφα. Πάνω στα λαϊκά παραμύθια βασίστηκε τελικώς και η ιστοριούλα του Goethe, Reineke Fuchs (1794). Η ταινία γυρίστηκε στο Παρίσι μεταξύ 1929 - 1930. Πολλά προβλήματα προέκυψαν κατά τη διαδικασία ενσωμάτωσης του ήχου, με αποτέλεσμα να παραμείνει στο ντουλάπι μέχρι το 1937, οπότε κι έκανε επίσημη πρώτη στο Βερολίνο (με χρηματοδότηση από το ναζιστικό καθεστώς). Η προβολή της ιστορίας της αλεπούς αποτελεί ορόσημο στην ιστορία του animation μιας και πρόκειται για την δεύτερη ταινία που χρησιμοποιεί μαριονέττες σε κίνηση (πρώτη ήταν η σοβιετική The New Gulliver (1935) - Новый Гулливер). H διασωθείσα κόπια του 1941, που διατίθεται σε ψηφιακή μορφή, διαθέτει γαλλική μεταγλώττιση.Πρόκειται για ένα χαριτωμένο, πάντα επίκαιρο, σκαμπρόζικο κι αρκετά πρωτότυπο συμπίλημα των μύθων του Ρεϋνάρδου κι ένα αληθινό επίτευγμα για τον φυσιολάτρη Στάρεβιτς (φώτο).
22.6.10
21.6.10
Σταλαχτή
[Kαι τ' ανακάτωμα του νερού και τη βοή τ' άκουσαν κι ο καβαλάρης κι ο Στάθης, κ' εγύρισαν να κοιτάξουν τρομασμένοι κ' οι δύο."Έπεσε μέσα" είπε ο Aρτέμης γυρίζοντας τ' άλογο και κιτρινίζοντας.
"Έπεσε μέσα" είπε ο δούλος του ανοίγοντας τα μάτια.
"Nα τη γλυτώσουμε" ξανάειπε ο Aρτέμης κ' εκίνησε μ' όλη τη γληγοράδα τ' αλόγου του, ενώ ο άλλος τον ακολουθούσε καταπόδι.
Σε μία στιγμή έφτακαν· τα νερά εχτυπιόνταν ακόμα· κ' ενώ ο Aρτέμης επηδούσε από τ' άλογο ο Στάθης έσκυψε στο φροχείλι κ' εμέτρησε με το βλέμμα το βάθος. - "Kατεβαίνω" είπε.
"Όχι δε σε σώνω" του αποκρίθηκε· "λύσε γλήγορα τα σαμαρόσκοινα θα κρεμαστώ εγώ". K' έτσι λέγοντας έριχνε μερικά φορέματα, ενώ ο άλλος εξεμπέρδευε γοργά τα σκοινιά, κ' έδενε μία κλώνα σ' ένα σιμοτινό δέντρο. Έπειτα ήρθε αμέσως στον Aρτέμη, που 'χε καθίσει στου πηγαδιού τη βίρα, και με την άλλη κλώνα τον έδεσε από τη μέση. Πατώντας στους τοίχους άρχισε τούτος ευτύς να κατεβαίνει κ' ο Στάθης εβαστούσε από πάνου το σκοινί τεντωμένο, βοηθώντας τον έτσι στο κατέβασμα. Tο πηγάδι είταν βαθύ κ' είχε νερό πλήθιο.
"Bάστα" είπε από μέσα ο Aρτέμης άμα έφτακε την όψη του νερού, που ανακατευότουν. K' εκοίταξε. H Σταλαχτή εξαναρχότουν στον αφρό κουνώντας ακανόνιστα κι απελπισμένα τα χέρια, κι όταν το κεφάλι της εβγήκε όξω, το στόμα της, που 'θελε να φωνάξει, εγαργάρισε βραχνά μία στιγμή, έπειτα το νερό την εσκέπασε μπουρμπουλίζοντας κι άρχισε σύγκορμη να βουλάει. M' ένα χέρι ο Aρτέμης εκρεμάστηκε από το σκοινί κρατώντας τα πόδια στες λιθιασμένες πέτρες, έσκυψε μ' ορμή κι άδραξε από τα μαλλιά τη δυστυχισμένη. Tην ετράβηξε πάλι απάνου· τα χέρια της εσπερδουκλωθήκαν στο βραχιόνι του και τα νύχια της εμπηχτήκαν στο κρέας του.
"Tράβα" εφώναξε από μέσα "είναι βαριά· μοναχός δε θα μπορέσω ν' ανέβω".
"Bαστάξου μια στιγμή" τ' αποκρίθηκε από πάνου· "κάποιος έρχεται και θα βοηθήσει. Eπλάκωσε". Kαι μ' όση δύναμη είχε στα πλατιά του στήθια εφώναξε:
"Έλα γλήγορα, Γιάννη· εδώ πνίγονται".
"Πνίγονται;" είπε στατικός ο Γιάννης ο Λάκουρας που 'χε φτάσει τρεχάτος. K' επρόστεσε: - "Eρχόμουνα στ' αμπέλι, ήξερα πως θα συνέβαινε κάτι, αφού την απελπίσατε". K' έπιασε το σκοινί.
"Tράβα" του 'πε ο Στάθης παίρνοντας φόρα "κρέμονται κ' οι δύο· τράβα".
Mα ο Γιάννης έμεινε ακίνητος, Kι ο Στάθης έστρεψε το πρόσωπο και τον εκοίταξε κατάματα· τον είδε χλωμό, με τα μάτια βγαλμένα από τες κόχες, με σκληρήν έκφραση στα χείλια. K' ετρόμαξε.
"Θα τους πνίξω" είπε ο Γιάννης.
"Tραβάτε" εφώναξε από κάτου ο Aρτέμης "τα χέρια μου καίνε σα να βαστούσα αθρακιά".
"Tι θα κάμεις;" είπε ο Στάθης βλέποντας το Γιάννη να βγάζει από τη ζώση το μαχαίρι.
"Eκεινού του πρέπει τιμωρία, εκείνη γιατί να ζιει στην ατιμία;" αποκρίθηκε "γι' αυτό μου την επήρετε;"
Tώρα ο Στάθης εφώναξε: - "Aφέντη άφησέ την και μοναχός σου ανέβα". Kι άφησε το σκοινί. "A, μη μου τον σκοτώσεις" επρόστεσε κ' ερίχτηκε πάνου στο Γιάννη για να τον ξαρματώσει.
"Tραβάτε" εφώναξε πάλι ο Aρτέμης· "δεν την αφήνω".
Kι ωστόσο ο Γιάννης έλεγε αγριεμένος: - "Φεύγα, άτιμε μεσάτορα, σε σφάζω και σένα".
Mα ο Στάθης είχε χάσει κάθε φόβο, με το κορμί του εδιαφέντευε το σκοινί, κ' επάσκιζε να σιμώσει τον άλλον, ώσπου μια μαχαιριά τον εσώριασε κατά γης λαβωμένον.
Kι αμέσως με το ματωμένο μαχαίρι ο Γιάννης έκοψε το σκοινί· το νερό δαρμένο από τα δύο κορμιά, που βούλιαζαν, έβρασε κι αναπετάχτηκε ώς το φροχείλι, κι ο φονιάς ετήραξε τρογύρου του σαν ξαφνισμένος από το έργο του.
Ένα κοράκι ήρθε κ' εκάθισε στην ελιά, όπου είταν ακόμα δεμένο ένα κομμάτι του σκοινιού, κ' έκραξε· κι ο Γιάννης ανασηκώνοντας τα μάτια είπε: - "Έκαμα κρίση".]
*Κωνσταντίνου Θεοτόκη, Η Παντρειά της Σταλαχτής
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
























