11.10.09

A girl on a (grilled) Sunday

.........................

Idoli (Идоли) - Devojko mala + εδώ για καλύτερο ήχο
Αρλέτα - Το τρυφερό σου ροζ
Jane Birkin - Ex Fan des Sixties
Anna Karina & Serge Gainsbourg - Ne dis rien
Sylvie Vartan - La plus belle pour aller dancer
Brita Koivunen - Mamma, tuo mies mua tuijottaa διασκευή του Ma, He's Making Eyes At Me
Κώστας Χατζής - Ραμόνα
Zarah Leander - Kann denn liebe sunde sein?
Hildegard Knef - Fever
Bjork - Í dansi með þér [το "Sway" στα Ισλανδικά (!)]
Μαίρη Λίντα+Μανώλης Χιώτης - Το τελευταίο ποτηράκι
Perry Como - Make someone happy
Luigi Tenco - Ciao amore ciao
Μιχάλης Ρακιντζής - Νανά
Alice Visconti - Messaggio
Videosex - Videosex
Mylene Farmer - Sans Contrefacon

*καπνισμένη μουσική από τον γείτονα που ψήνει

10.10.09

-*-



Στο Δημοτικό τα αγαπημένα μου θέματα σκέφτομαι και γράφω ήταν τύπου "Είσαι είλωτας στη Σπάρτη: Να περιγράψεις την κοινωνία και τη ζωή σου"/ Είσαι στρατιώτης στα βουνά της Πίνδου το 40': Να περιγράψεις τις δυσκολίες. Κάτι άλλα, όπως: "Να περιγράψεις το σπίτι των ονείρων σου" μου προκαλούσαν αφόρητη πλήξη και μ' άφηναν αδιάφορο.
Εκείνη τη φορά (στην περίπτωση με την περιγραφή σπιτιού) παρολίγο να μείνω -αυτοτιμωρία- όλο το απόγευμα στο σχολείο. Διότι το ιδανικό σπίτι για μένα ήτανε τότε η καλύβα του Ρομβινσώνα Κρούσου. Δεν θα ξεχάσω με πόση επιμέλεια περιέγραψα την επίστρωση της ξύλινης οροφής με μπανανόφλουδες (;) και τη στάνη για τα πλαστικά ζώα, δίπλα στην τζαμαρία με τα επίσης πλαστικά πουλιά. Φυσικά πήρα 0.
Και το "κώλυμα στην αντιληπτική διαδικασία" συνεχίζει να υπάρχει αφού ακόμη αδυνατώ να το κατανοήσω.

7.10.09

Φανταστικός




*fantastisch



Fra' Filippo Lippi (1406 – 1469)

..............................................
Αύριο συμπληρώνονται 540 χρόνια από το θάνατο του ζωγράφου Filippo Lippi. Ο γεννημένος στη Φλωρεντία Φίλιππος ορφάνεψε νωρίς. Tην ανατροφή του ανέλαβε αρχικά η θεία του, αδερφή του πατέρα του, Mona Lappaccia. Μόλις το παιδί έκλεισε τα οκτώ χρόνια, ανίκανη να επωμιστεί το οικονομικό βάρος που της προσέθετε η ανατροφή του, τον παρέδωσε στο μοναστήρι της Carmine για να γίνει μοναχός. Σκέφτηκε ότι εκεί θα ήταν τουλάχιστον ασφαλισμένος και χορτάτος. Ο Φίλιππος όμως ήταν συνεχώς στον κόσμο του. Που τον έχανες που τον έβρισκες να σχεδιάζει στα βιβλία τα δικά του και των άλλων παιδιών. Ήταν μονίμως ανήσυχος, χώρια που δεν μελετούσε...ο ηγούμενος ανησυχούσε για την τύχη του. Καθημερινά βόλταρε στο παρεκκλήσιο της Carmine και χάζευε τον μαγικό κόσμο των εικόνων του Masaccio και μέσα εκεί χανόταν ολοκληρωτικά. Μέσα στα επόμενα χρόνια ο έφηβος Φίλιππος έφτιαξε αρκετά έργα για το μοναστήρι.

Σύμφωνα με τον Vasari:
"επειδή ο ίδιος άκουγε συνέχεια να τον επαινούν, αποφάσισε στα δεκαεπτά του να αφήσει τη μοναστική ζωή. Πήγε στην περιοχή της Ancona και όταν μια μέρα εκεί έκανε ένα ταξίδι αναψυχής στη θάλασσα με πολλούς φίλους του, πιάστηκαν όλοι από ένα πλοίο Μαυριτανών και μεταφέρθηκαν στην Μπαρμπαριά. Τους έβαλαν αλυσίδες και τους είχαν για σκλάβους. Δεκαοκτώ μήνες έμεινε εκεί ο Filippo για μεγάλη του στενοχώρια, όταν του ήρθε ξαφνικά η ιδέα να ζωγραφίσει τον κύριό του, τον οποίο είχε δει συχνά. Με ένα κάρβουνο τον απεικόνισε πάνω σ' έναν άσπρο τοίχο, με το κοστούμι των Μαυριτανών και με μεγάλη πιστότητα. Οι άλλοι σκλάβοι το ανέφεραν στον κύριό τους, γιατί στα μέρη εκείνα, που σχέδιο και ζωγραφική ήταν πράγματα άγνωστα, αυτό που έκανε ο Filippo τους φαινόταν σαν ένα θαύμα. Αυτό ήταν η αφορμή να απελευθερωθεί από τις αλυσίδες του ο Filippo. Έτσι η δόξα της υπέροχης τέχνης (...) φάνηκε καθαρά: εκεί που η κυριαρχούσα δύναμη τιμωρεί και βασανίζει, εκείνη κάνει ακριβώς το αντίθετο και, αντί να οδηγεί στην καταπίεση και στο θάνατο, προωθεί τους ανθρώπους στην καλοσύνη και στην ελευθερία. (...) ο Filippo (...) οδηγήθηκε με συνοδεία σώος και αβλαβής στη Νάπολη."


και συνεχίζει:
"Διηγούνται πως ο Filippo είχε μια τέτοια τάση για τρυφερότητες, ώστε ξόδεψε όλη του την περιουσία σε γυναίκες που του άρεσαν, προκειμένου να τις αποκτήσει. Και αν δεν τα κατάφερνε με κάποιο μέσο, τις απεικόνιζε στους πίνακες του και μιλώντας τους προσπαθούσε να κατευνάσει τη φωτιά που του άναβαν. Σ' αυτή τη διάθεση δεν μπορούσε να συνεχίσει τα ήδη αρχινισμένα έργα του."


Αναφέρεται ένα περιστατικό κατά το οποίο ο Cosimo de' Medici αναγκάστηκε να τον κλειδώσει στο σπίτι προκειμένου να τελειώσει ένα έργο που του είχε αναθέσει. Ο διακαής όμως πόθος του για τις καλλονές του κόσμου τον έσπρωξε να διαφύγει από το παράθυρο με σχοινί από σεντόνια! Προσπάθησε να αναλογιστείς το μέγεθος της επικινδυνότητας του εγχειρήματος κι ύστερα ξαναμιλάμε για ερωτοχτυπημένους! Είδε κι απόειδε ο Κόζιμο να τον μαζέψει από τους ποδόγυρους. Έφτασε ακόμη στο σημείο να κλεφτεί με μια νεαρή καλόγρια (;) την Lucrezia Buti. Κάπως έτσι προέκυψε και ο πρώτος πίνακας. Καρπός της σχέσης τους υπήρξε ο υιός Filippino Lippi.

"H ενορία του Spoleto κάλεσε τον Filippo, χρησιμοποιώντας τον Cosimo de' Medici, για να ζωγραφίσει τπ παρεκκλήσιο στην εκκλησία της Madonna (...) ώσπου τον πρόλαβε ο θάνατος χωρίς να ολοκληρώσει το έργο του. Λένε πως αιτία του θανάτου του ήταν η υπερβολική του κλίση στις ερωτικές περιπέτειες και ότι τον δηλητηρίασαν οι συγγενείς της ερωμένης του".

Ποιός είν' τρελός από έρωτα.

* Πλάγια: Giorgio Vasari, Καλλιτέχνες της Αναγέννησης, Εισαγωγή - Μετάφραση - Σχόλια: Λυδάκης, Στ., εκδ. Κανάκη, Αθήνα 1995.



5.10.09

Κέικ


A girl on (a gloomy) Sunday

....................

Σαββατόβραδο στη γνωστή υπόγα/ θυμήθηκα/ νοστάλγησα/ σκέφτηκα και γύρισα σπίτι με το τρόλλευ, ώρα έκτη πρωινή/ ο εργάτης είχε το δεκατιανό σε κίτρινη πλαστική σακούλα/ την κράταγε μ'ένα τρόπο στενάχωρο/ορκίζομαι ότι είχα ξαναδεί εκείνα τα ροζιασμένα χέρια/ να βαστάζουν με σιγουριά ένα άλλο/ίσως πιο θυμωμένο/και πιο βαρύ/ φορτίο/ κάθε/ και κάθε/ μα κάθε/ Κυριακή/.

Monday in my mind - Abwärts
Film - Grauzone
Augenblick - X mal Deutschland
Decline and fall - Virgin Prunes
Other Voices - The Cure
Unclean - Psychic TV
Κειμήλια - Metro Decay
Falling back in fields of rape - Current 93
Ghostalk - Cabaret Voltaire
La fête triste - Trisomie 21

1.10.09

Smoke, Smoke, Smoke that cigarette!



Gösta Berlings saga (1924)


Κατάφερα επιτέλους να τελειώσω το πρώτο μέρος του δράματος "Gösta Berlings saga" (1924) του
Mauritz Stiller. Εμφανίζεται εδώ μια Greta Garbo που -αν και μόλις 19 χρονών- καταφέρνει να κλέψει την παράσταση και να δημιουργήσει εντυπώσεις. Δεν θα ακολουθούσε την φθίνουσα πορεία των περισσοτέρων στάρλετ της εποχής, όχι. Αυτό που παρατηρεί κανείς τόσο στην ταινία αυτή όσο και σε όσες ακολούθησαν είναι ότι η Garbo ήταν αυστηρά προορισμένη για το είδος αυτό. Θέλεις η εκφραστικότητα, μια επιβλητικότητα στη μορφή, η ομορφιά της βιτρίνας, το μυστήριο και μια αίσθηση του πάθους σαγηνευτική σχεδόν μοιραία. One of a kind.

Αυτή ήταν οι μοίρα της αν και συχνά επιθυμώ τη φωνή της. Non?

30.9.09

Στο φαράγγι του τεράστιου παραπόνου

Η καινούρια, καθημερινή, επιτακτική διαδρομή είναι Παγκράτι - Μαρούσι και τούμπαλιν μ' ένα διπλό λεωφορείο - κουταλιανό- που αγκομαχάει κι ενίοτε μουλαρώνει εκνευριστικά -μου θυμίζει τα πρωινά κάτι από τις ταινίες του Buster Keaton βλ. The General (1926). Μόνο που εδώ ο οδηγός είναι χοντρός και δεν υπάρχει καμμιά ανυποψίαστη νεαρά ονόματι Annabelle Lee. Όσο για τις σημερινές.. επιλέγουν να κρύβουν τις ατημέλητες δαντέλες τους.
Αναρωτιέμαι τι εμβαδόν θα μπορούσε να ανατιναχθεί, αν συμπιεζόταν σε μια βόμβα αυτό το πρωινιάτικο τράβα με κι ας κλαίω. Μιλάμε ασφαλώς για βόμβα θηριοτόνων. Θα σάρωνε μάλλον, ολόκληρη την Αττική που θα καταποντιζόταν στο φαράγγι του τεράστιου παραπόνου. Ακούγεται σαν τίτλος από κάποιο καμμένο γουέστερν [λίγο πολύ της κλάσης του Shalako (1968)] αλλά κάπως έτσι ήταν πάντα - τουλάχιστον για όσους δεν είχαν τη δυνατότητα να μένουν σε κάποιο πρότυπο θερμοκήπιο, τύπου Mansfield Park και που τ' όνομά τους δεν ήταν Fanny Price.
Το θέμα είναι ότι αυτός ο συσσωρευμένος θυμός δεν έχει πώς ή πού να εκτονωθεί, λειτουργεί έσωθεν και δημιουργεί αποικίες με τυπικό παράδειγμα το εξής: Θυμωμένος πατέρας/ παιδιά = θυμωμένες αποικίες-προτεκτοράτα.
Αναρωτιέμαι πόσο θεωρητικά ανίσχυρος είναι όποιος ασχολείται με όπλα και εξοπλισμούς από τη στιγμή που το (δυνητικά) μεγαλύτερο όλων κυκλοφορεί και διανέμεται ελεύθερα και προπάντων ελευθέρως ωραρίου.
Σ' αυτή τη θυμωμένη πολιτεία η μεσαία φώτο δεν είναι καθόλου naive. Νοτ δε ληστ. Οι κουλτουριτζήδες εξέρχονται και η συνέχεια αύριο.

26.9.09

We're only young once - Τα μαντήλια της νοσταλγίας III

Μετά από παρέλευση ενός και πλέον μηνός, πήρα την απόφαση να αποτελειώσω το αφιέρωμα στο σινεμά του Kaurismaki (μέρος Ι, μέρος ΙΙ). Οι λόγοι που επιβράδυναν την συγγραφή αυτού του τελευταίου μέρους ήταν αρκετοί κι έπειτα μπήκα σε μια δίνη αλλαγών που έφερε τα πάνω κάτω. Ευτυχώς για καλό, πάντα. Με ανανεωμένη διάθεση λοιπόν, συνεχίζω.

(περιλαμβάνει !!SPOILERS!!)

Οι ταινίες του είναι μικρές, οι περισσότερες διαρκούν γύρω στα 70 λεπτά. Η λακωνικότητα αποτελεί μια από τις πιο αυστηρές του αρχές. Η επικοινωνία μπορεί να επιτευχθεί και με άλλα μέσα πλην των λεκτικών. Στα έργα του είδα αυτό που πάντα άκουγα μικρός, ότι δηλαδή οι πράξεις μετράνε πολύ περισσότερο από τα λόγια. Για τους διαλόγους χρησιμοποιεί μια γλώσσα λόγια, που εξυπηρετεί τις ανάγκες της ταινίας αλλά σπάνια χρησιμοποιείται ως καθομιλουμένη. Αυτό πηγάζει από το γεγονός ότι είναι οπαδός της λογοτεχνίας (αυτό δικαιολογεί και την αγάπη του για τις μεταφορές/διασκευές κλασικών αριστουργημάτων της λογοτεχνίας στη μεγάλη οθόνη, βλ. Crime and Punishment/Hamlet goes business/Les mains sales/La vie de boheme/Juha). Σε καμμιά περίπτωση δεν είναι έρμαιο κάποιου στείρου καθωσπρεπισμού...ένας νοσταλγός αλλοτινών εποχών μπορεί. Αλλά αυτό έχει ήδη χιλιοειπωθεί. Οι καουρισμακικές φόρμες.

Σε αυτά τα -ρομαντικά- πλαίσια εντάσσεται τόσο το ύφος των ταινιών -αποτελούν συχνά εκκεντρικές παρωδίες διαφόρων υποειδών (road movies, film noir, rock musicals) όσο και οι σκυθρωποί χαρακτήρες, που ενσαρκώνουν τον πάντα πρόθυμο θίασο.

Για να γίνω πιο συγκεκριμμένος :
α) Οι ιδεολόγοι: είναι αυτοί που (προσπαθούν και συχνά καταφέρνουν να) παραμένουν ηθικοί μέχρι τέλους. όπως ο Rahikainen στο Crime and Punishment, ο Henri Boulanger στο I Hired a Contract Killer, o Marcel στο La vie de boheme.
β) Οι λαϊκοί: Υπάρχει μια υπόγεια ταξική συνείδηση αυτών των ταπεινών και καταπονεμένων, βιοπαλαιστές, στα πρόθυρα της απόλυσης/άνεργοι, τα γρανάζια της οικονομίας, σταθερά αισιόδοξοι, ο Nikander και η Ilona στο Shadows in Paradise, η Margaret στο I Hired a Contract Killer, ο Valto και ο Reino στο Take Care of Your Scarf, Tatjana, η Ilona και ο Lauri στο Drifting Clouds, η Irma στο The Man Without a Past. Το Calamari Union τοποθετείται στην λαϊκή συνοικία του Kallio, όπου διέμεναν οι εργατικές μάζες. Στην ίδια περιοχή έγιναν τα γυρίσματα για την τριλογία του προλεταριάτου (Shadows in Paradise, Ariel και The Match Factory Girl).
γ) Οι περιθωριακοί: καλλιτέχνες, συχνάζουν σε μικρά, σκοτεινά, υπόγεια καφέ, μπατίρηδες, επίσης σταθερά αισιόδοξοι, οι Frank στο Calamari Union, o Τaisto και ο Μikkonen στο Ariel, ο Rodolfo και ο Schaunard στο La vie de boheme.
δ) Οι "μάρτυρες" ή Naive: αυτό ακριβώς (μόνο που οι ίδιοι δεν νιώθουν έτσι) οι Leningrad cowboys, η Iiris στο The Match Factory Girl, o Lujanen στο The Man Without a Past, o Koistinen στο Lights in the Dusk.
ε) Τα λαμόγια: Vladimir o μάνατζερ των Leningrad cowboys, Honkanen στο Crime and Punishment, ο Igor στο Rock'y VI, o Shemeikka στο Juha, ο Anttila στο The Man Without a Past, η Mirja και ο Lindholm στο Lights in the dusk.
στ) η χρεωκοπημένη αρρενωπότητα: η διεστραμμένη και καταστροφική ανδρική εικόνα, ο Juha στην ομώνυμη ταινία, ο Aarne στο The Match Factory Girl.

Σε κάθε περίπτωση,
οι ήρωες εξελίσσονται στους εκάστοτε χώρους σαν υβρίδια, χωρίς πατρίδα - μοιάζουν σαν να έπεσαν στη γη από το πουθενά. Όσον αφορά στις σχέσεις των χαρακτήρων μεταξύ τους, σπάνια έχουμε κάποια εκδήλωση της συναισθηματικής κατάστασης. Είναι πάντα συγκρατημένοι, ένα αθώο φιλί είναι σπάνιο, αλλά ακόμη και τότε ο θεατής προσλαμβάνει τους έντονους, πνευματικούς δεσμούς που τους συνδέουν (αναφορά στο έργο του Ozu και του Hou Hsiao-hsien). Κάποιοι από τους ξεθωριασμένους ήρωες τελικώς ανακαλύπτουν την στωική πλευρά του χαρακτήρα τους που τους επιτρέπει να επιβιώσουν.Φυσικά το πέρασμα από τη μια κατάσταση στην άλλη λειτουργεί υπόγεια, σχεδόν ανεπαίσθητα. Στην πραγματικότητα ο κύκλος του αγώνα είναι σε παύση αλλά ο ίδιος ο αγώνας δεν παύει ποτέ. Οι χαρακτήρες αν και σχεδόν καταθλιπτικοί, βαθιά μέσα τους είναι τρομερά αισιόδοξοι (αισιόδοξοι μέχρι αηδίας, θα λέγαμε, γεμάτοι ενέργεια από τη ζωή και ακριβώς αντίθετοι από την εικόνα που προβάλλουν) διότι έχουν συνειδητοποιήσει το εφήμερο της ζωής. Οι αναποδιές είναι σαν τα ταξιδιάρικα σύννεφα (Drifting Clouds). Κοινό χαρακτηριστικό των ηρώων ειναι ότι από όλους απουσιάζει η βία. Ουσιαστικά αρνούνται τη χρήση βίας. Υπάρχει ένας σιωπηλός κώδικας τιμής μέσα τους και μεταξύ τους.

Στις Καουρισμακικές φόρμες/μοτίβα εντάσσεται και η εμμονή του σκηνοθέτη στην ανάθεση ρόλων στους ίδιους ηθοποιούς, ιδιαίτερα στους: Matti Pellonpaa (μέχρι το θάνατο του), Kati Outinen, Kari Vaananen, Markku Peltola, Sakari Kuosmanen, Εlina Salo.

Αλλά το χαρακτηριστικό που διακρίνει περισσότερο το έργο του και του προσδίδει τη σφραγίδα της μοναδικότητας είναι η ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ, deadpan humor. Είναι ένας τύπος αστεϊσμού ξερός αλλά ταυτόχρονα τόσο καθαρός, ευφυής και εκλεπτυσμένος (που δεν θα δίσταζα να κατατάξω τον Kaurismaki στους μάστορες του είδους). Πιστεύω ακράδαντα ότι πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό έμφυτο που ο καθένας δύναται να το εξελίξει κατά το δοκούν...κι ο συγκεκριμμένος το έχει μελετήσει σωστά. Παραθέτω ενδεικτικό απόσπασμα από διάλογο στο Τhe Man without a past (σε ελεύθερη μετάφραση):
Μ: Πότε μπορώ να μετακομίσω;
Antilla: Μόλις γυρίσω την πλάτη μου.
Μ:Και τα κλειδιά;
Αntilla: Βλέπεις πουθενά κλειδαριά;
Μ:Όχι.
Antilla: Μην ασχολείσαι με τρίχες λοιπόν, αλλιώς θα πάρω και την πόρτα.


Άλλα καουρισμακικά μοτίβα αποτελούν εκείνο της επανάληψης και εκείνο της συμμετρίας. Ο βλοσυρός ήρωας στο Take Care of Your Scarf, Tatjana θέλοντας να ξεφύγει από την ανιαρή ζωή του, παρατάει τη δουλειά, κλειδώνει τη μητέρα του στη ντουλάπα διεκδικώντας το δικαίωμά του στη ζωή. Στο τέλος, σε τέλεια συμμετρία, επιστρέφει στο πατρικό του, ξεκλειδώνει τη μητέρα του και συνεχίζει τη δουλειά του σα να μην συμβαίνει τίποτε.

Οι περισσότερες από τις ταινίες του ξεκινάνε με περιγραφικό τρόπο: περιγραφές βιομηχανικών τοπίων, μεταλλείων, κάσες φορτηγών αυτοκινήτων, καθώς και «ενδιάμεσοι χώροι», κλιμακοστάσια, αποδυτήρια, σουπερμάρκετ, αυτοκίνητα και πλοία – χώροι με κοινό χαρακτηριστικό ότι σε αυτούς συναντάει κανείς ξένους. Στις εξοχικές λήψεις επικρατούν οι οριζόντιες γραμμές. Διατηρούνται τα επίπεδα τοπία της φινλανδικής Ostrobothnia (Pohjanmaa – δυτική Φινλανδία). Μια μαύρη λωρίδα δάσους χωρίζει τα σταχτιά τοπία από τον ιδιου χρώματος ουρανό, αμμουδιές με χαλίκια στο Ariel – όλα μοιάζουν τεχνητά.
Το Ελσίνκι του Καουρισμάκι ζει μια δικιά του ζωή η οποία είναι αποσπασμένη από τον χρόνο (όπου υπάρχει δανείζεται χαρακτηριστικά από τις δεκαετίες του 50'-60'-70'). Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει την πόλη είναι κριτικός και συχνά καθόλου ρομαντικός: Σταθερά οι ήρωές του θέλουν να εγκαταλείψουν την πόλη για άλλους προορισμούς, Μεξικό στο Ariel, Εσθονία στο Calamari Union /Take Care of Your Scarf Tatjana. Η διαδικασία αυτή μπορεί να ταυτιστεί και με εσωτερικό ταξίδι, διότι το αποτέλεσμα είναι πάντα εσωτερικό και εξελικτικό. Η πόλη λοιπόν, εμφανίζεται αρχικά ως μια καλή προοπτική για τους νεαρούς χωριάτες. Αργότερα όμως μεταλλάσσεται σε ανηλεές, σκληρό και τελικώς εχθρικό περιβάλλον για κάθε αθώο ξένο και ειδικότερα για τα αουτσάιντερς. Φυσικά και δεν επιθυμούν αυτοί οι φτωχοί ξένοι να επιστρέψουν στη γενέτειρά τους στην επαρχία. Θα παλέψουν μέχρι το τέλος ακόμη κι όταν οι μάχες θα είναι άνισες.
Άλλωστε έτσι είναι το καουρισμακικό σύμπαν : οριστικό.
Το αρχετυπικό τοπίο του Kaurismaki είναι όμως, πέραν πάσης αμφιβολίας, η καφετέρια (baari). Αποτελεί σήμα και κληρονομιά του μεταπολεμικού παρελθόντος της χώρας/ κοινό σημείο αναφοράς των ανθρώπων. Εντάσσεται στην αισθητική της δεκαετίας του 50’ και σηματοδοτεί το πέρασμα από την αγροτική στην αστική ζωή. Τέτοια καφενεία ήταν χαρακτηριστικά εργατικών συνοικιών (όπου ο Kaurismaki έζησε τα παιδικά του χρόνια) και αποτελούσαν σημεία συνάντησης της νεολαίας της εποχής.

Στις ταινίες του χρησιμοποιεί συγκεκριμένους χρωματικούς τόνους, ομιχλώδεις, με εντάσεις που φωτίζουν σχεδόν κάθε επιφάνεια και συνθέσεις ως επί το πλείστον στατικές. Πιστός συνεργάτης του εδώ και χρόνια, ο Timo Salminen φροντίζει για τα κόλπα του φωτός και των σκιών. Όλα κρύβονται στο σκοτάδι του κόσμου για να αναδυθούν στο μαγικό φως που εκείνος επιλέγει να τους δώσει: Μαγεία στα πρόσωπα, στις κορμοστασιές, στα χρηστικά αντικείμενα και στα τοπία.

Γενικά θα λέγαμε ότι σκοπός του είναι να αιχμαλωτίσει το εφήμερο, το αίσθημα της χαράς που είναι τόσο περαστική, της μελαγχολίας, του θριάμβου και της αφάνειας, της λήθης. Οι ταινίες αφήνουν το αίσθημα της σχεδόν ανυπαρξίας, και μπορεί να μην παραμείνουν μετά από τη στιγμή – ακριβώς όπως τους χαρακτήρες του, που βρίσκονται μονίμως στο όριο του να χάσουν τελείως τον εαυτό τους, βυθισμένοι στην θλίψη, το αλκοόλ ή απλά την άσκοπη, συνεχή κίνηση. Αυτό είναι το μελοδραματικό σύμπαν του Καουρισμάκι. Απλό όσο το κάπνισμα ενός τσιγάρου, το άκουσμα ενός μουσικού κομματιού ή η παρασκευή μιας κούπας καφέ. Είναι οπαδός των happy endings, πολλές φορές ειρωνικών, ανέκφραστων και συχνά έξυπνα – γλυκανάλατων. Δεν ξέρω πως αλλιώς να το θέσω...σαν αυτά τα τέλη να αποτελούν παραθέματα από ταινίες αλλωνών.
Ο Καουρισμάκι είναι νοσταλγικός. Κι ενώ η νοσταλγία έχει κακή φήμη στους καλλιτεχνικούς κύκλους και μεταξύ των διανοουμενων, αυτός κατάφερε να την κάνει να συμβαδίσει με την οξύτητα και την επαναστατική του εικόνα: την εικόνα του αυτάρεσκου, αλαζόνα νεαρού μετεφηβικής ηλικίας που μόνο το παρόν φαίνεται να τον απασχολεί. Άλλο χαρακτηριστικό του είναι η λεγόμενη «αριστεριστική μελαγχολία» κατά την οποία η δράση εξουδετερώνεται κάτω από τον θρήνο για την απώλεια. Οι καταβολές αυτού του φαινομένου εντοπίζονται ήδη στα έργα των Baudelaire, Dostoyevsky και Kierkegaard. Κρίνοντας από το έργο του, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η νοσταλγία και η μελαγχολία είναι στοιχεία που έχουν να κάνουν περισσότερο με την δημιουργία ενός προσωπικού κινηματογραφικού ιδιώματος. Οι αναχρονιστικές λεπτομέρειες είναι αυτές που προσδίδουν στο έργο την σφραγίδα του μοναδικού του σουρρεαλιστικά μοναδικού. Από την άλλη, οι ιδιοι αναχρονισμοί είναι που καθιστούν συχνά το έργο του στόχο αρνητικών κριτικών. Διότι όταν κανείς βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα καθηλωτικά ρεαλιστικό ύφος περιμένει και μια αντίστοιχη εξέλιξη, που όμως δεν έρχεται ποτέ στο έργο του Kaurismaki. Υπάρχουν πάντα "άκυρα" ή "αταίριαστα" στοιχεία όπως για παράδειγμα μουσική, αυτοκίνητα ή αντικείμενα από άλλες εποχές.


Στις 23 Μαίου 2008 η πρόεδρος της Φινλανδίας, Tarja Halonen, επικύρωσε την εκλογή του Aki Kaurismaki ως ακαδημαϊκού. Επιθυμία του ήταν να παρευρεθεί ο αγαπημένος του ακκορντεονίστας Matti Rantanen. Στην τελετή έπαιξε το κομμάτι “Siks oon ma suruinen,” (=My love has gone away) ένα φινλανδικό ταγκό του Toivo Karki. Στην ευχαριστήρια ομιλία είπε:

“I want to thank all parties concerned for your trust. I can only think of one sentence. It can be found at the end of Henri Murger's novel:
“We're only young once.”


Δεν έχω παρά να συμφωνήσω.