22.7.10

τζέλλυ




τις πρώτες πρωινές ώρες/ λιωμένος στο ηφαίστειο/ η ατμόσφαιρα σε σκληρές κόντρες με την αξιοπρέπεια μου/ ήθελα επιτέλους να κοιτάξω από ένα φινιστρίνι/ ή από κάποιο παράθυρο αεροπλάνου/ αλλά δε θα υπήρχε τίποτε τριγύρω/ έτσι κι αλλιώς/ εκτός από δηλητηριώδεις μέδουσες ιρουκάντζι/ θυμήθηκα την τελευταία φορά που είδα τον Στέφανο/ βάδιζε βιαστικός στην ανατολή κι αυτός/ με το κνιδοκύτταρο της συνήθειας βυθισμένο στο λεπτό δέρμα της ραχοκοκκαλιάς του/ δεν ήμουνα πολύ χαρούμενος τελικά/ δηλαδή εκείνη τη στιγμή δεν ήμουνα/ και μετά από 50
ρέμπους σταυρόλεξα/ αλλά ευτυχώς μετά γύρισα σπίτι και είδα το τζι άι Τζέην/ αδέξια παρηγοριά/ αλλά πώς μπορείς να είσαι ηθικός/ έστω διστακτικός/ με τόσα κεντριά που κυκλοφορούνε μέσα κι έξω/ Ομόνοια/ ώρα 6.50 π.μ. έξω απ' το chic/ μεγάλα νταλαβέρια με τις μέδουσες ιρουκάντζι σε απαρτία/ όμορφες, νέες, ντελικάτες και θανατηφόρες/ όσο με πνίγει αυτή η κατάσταση/ τόσο την πνίγω μέσα μου/ όμως συχνά αλλάζω γνώμη/ κι απλά θέλω να κλείσω τα μάτια μπροστά στο φινιστρίνι/ ή στο παράθυρο κάποιου αεροπλάνου/ πάλι και πάλι/ και πάλι.

_*_

[rather be a hero for one day than go on being a fly all my life]

Ουμβέρτος touchy

4.7.10

Κουκλίτσας

Η φωνή του ερχόταν/ σαν απ' το βάθος της άμμου τσίτσιδη και αυθάδικη/ νουάρ, ποπ, νταντά και βι αι πι σκυλάδικο/ όλα μαζί αξεχώριστα και προκλητικά/ ήθελα να γείρω στο τσιμέντο πίσω/ να ιδρώσω και να κοιμηθώ ακίνητος/ ακούγοντάς τον να μιλάει ξεφυσώντας /για τους έρωτες/ με την ίδια μεταφυσική αγωνία παιδιού που κοιμάται/ είχαν έρθει και δυο γατόνια/ το ένα έμοιαζε ακριβώς έτσι/ και κοίταγε ακριβώς έτσι/ δηλαδή με κραυγαλέα αποσιωπητικά/ διδυμάκι με τη Σόδα της Λου/ δε γινόταν καμμιά παύση/ εκτός απ' την ώρα της κατάποσης του ψωμιού/ η γλυκύλα ανακατωμένη με την άπνοια/στο μυαλό μου έπαιζε στο ριπίτ αυτό από το Ζabriskie point/ μιξαρισμένο με το οδυνηρό έντελβαϊς που έπαιζα στον αυλό στη σχολική χορωδία/ ήταν μια παραξενιά αυτό το ψωμί με τα γατιά και την αναλυτική λογική/ δυνητικά λίγο σταφύλι θα επανέφερε την ισορροπία/ μόνο που κανείς δεν το σκεφτόταν ακριβώς έτσι/ ήθελα να πω πόσο μου θύμιζε κείνη την ώρα/ το χριστό από τη βάπτιση του Πιέρο ντελα Φραντσέσκα/ αλλά το άγιο πνεύμα χανόταν στα οινοπνεύματα / και μου φαινόταν αδιανόητο να διακόψω την ροή της σκέψης του/ παρακολουθούσα την προσπάθεια των κοριτσιών στο διπλανό/ να τεμαχίσουν το ψητό χταπόδι/ μπλαζέ κατάσταση/ με τα φαγιά κι όλα/ αλλά αυτός/ αυτός/ ένα χάιλαϊτ από μόνος του/ παρέπεμπε τόσο έντονα σε καπέλα πανάμα και Πίνο Σιλβέστρε/ που δεν είχα τι άλλο να ζητήσω / τελικά/./ There will be no game today, she cried across the board/ Everyday will be a holiday/ And all the pieces cheered as tidings spread abroad/ And the Pink Queen sat/and smiled at the cat who smiled back .

1.7.10

Amateur/ Δημοτικό


[Ένα κομμάτι μάλαμα, ένα κομμάτι ασήμι,
εκόπη από τον ουρανό κ' έπεσε μεσ' 'ς τη διάβα,
κι' άλλοι το λένε σύγνεφο, κι' άλλοι το λένε αντάρα.
Κείνο δεν είναι σύγνεφο, κείνο δεν είν' αντάρα,
παρά ειν' η κόρη του παπά, πόρχετ' από ταμπέλι.
Βαστά τα μήλα 'ς την ποδιά, τα ρόιδα 'ς το μαντήλι.
Δυο μήλα της εγύρεψα, κι' αυτή μου δίνει τρία.
"Δε θέλω γω τα μήλα σου, τα τσαλοπατημένα,
θέλω τα δυο του κόρφου σου, τα μοσκομυρισμένα.]



Δημοτικό

**pic

23.6.10

Όσα δε φτάνει η αλεπού

Το παραμύθι της αλεπούς - Le roman de Renard (1930) είναι ένα stop-motion animation, του πρωτοπόρου, Πολωνού δημιουργού Ladislas Starevich (Владисла́в Старе́вич). Βασίζεται στον αλληγορικό, μυθικό κύκλο του Renard - της ανθρωπόμορφης, ερυθρόχρωμης αλεπούς- ο οποίος συνίσταται από ιστορίες γαλλικές, φλαμανδικές, βρεττανικές και γερμανικές. Υπάρχουν άπειρες φιλολογικές πηγές (τέτοιο μπέρδεμα έχω να δω από τον κύκλο του ακριτικού έπους) στις οποίες μπορεί ν' ανατρέξει κανείς για στοιχεία καθώς και πλούσιο εικονογραφικό υλικό. Εντυπωσιακά είναι τα εικονογραφημένα μεσαιωνικά χειρόγραφα. Πάνω στα λαϊκά παραμύθια βασίστηκε τελικώς και η ιστοριούλα του Goethe, Reineke Fuchs (1794). Η ταινία γυρίστηκε στο Παρίσι μεταξύ 1929 - 1930. Πολλά προβλήματα προέκυψαν κατά τη διαδικασία ενσωμάτωσης του ήχου, με αποτέλεσμα να παραμείνει στο ντουλάπι μέχρι το 1937, οπότε κι έκανε επίσημη πρώτη στο Βερολίνο (με χρηματοδότηση από το ναζιστικό καθεστώς). Η προβολή της ιστορίας της αλεπούς αποτελεί ορόσημο στην ιστορία του animation μιας και πρόκειται για την δεύτερη ταινία που χρησιμοποιεί μαριονέττες σε κίνηση (πρώτη ήταν η σοβιετική The New Gulliver (1935) - Новый Гулливер). H διασωθείσα κόπια του 1941, που διατίθεται σε ψηφιακή μορφή, διαθέτει γαλλική μεταγλώττιση.
Πρόκειται για ένα χαριτωμένο, πάντα επίκαιρο, σκαμπρόζικο κι αρκετά πρωτότυπο συμπίλημα των μύθων του Ρεϋνάρδου κι ένα αληθινό επίτευγμα για τον φυσιολάτρη Στάρεβιτς (φώτο).

21.6.10

aww


*Καλή εβδομάδα αγόρια και κορίτσια

Σταλαχτή

[Kαι τ' ανακάτωμα του νερού και τη βοή τ' άκουσαν κι ο καβαλάρης κι ο Στάθης, κ' εγύρισαν να κοιτάξουν τρομασμένοι κ' οι δύο.
"Έπεσε μέσα" είπε ο Aρτέμης γυρίζοντας τ' άλογο και κιτρινίζοντας.
"Έπεσε μέσα" είπε ο δούλος του ανοίγοντας τα μάτια.
"Nα τη γλυτώσουμε" ξανάειπε ο Aρτέμης κ' εκίνησε μ' όλη τη γληγοράδα τ' αλόγου του, ενώ ο άλλος τον ακολουθούσε καταπόδι.
Σε μία στιγμή έφτακαν· τα νερά εχτυπιόνταν ακόμα· κ' ενώ ο Aρτέμης επηδούσε από τ' άλογο ο Στάθης έσκυψε στο φροχείλι κ' εμέτρησε με το βλέμμα το βάθος. - "Kατεβαίνω" είπε.
"Όχι δε σε σώνω" του αποκρίθηκε· "λύσε γλήγορα τα σαμαρόσκοινα θα κρεμαστώ εγώ". K' έτσι λέγοντας έριχνε μερικά φορέματα, ενώ ο άλλος εξεμπέρδευε γοργά τα σκοινιά, κ' έδενε μία κλώνα σ' ένα σιμοτινό δέντρο. Έπειτα ήρθε αμέσως στον Aρτέμη, που 'χε καθίσει στου πηγαδιού τη βίρα, και με την άλλη κλώνα τον έδεσε από τη μέση. Πατώντας στους τοίχους άρχισε τούτος ευτύς να κατεβαίνει κ' ο Στάθης εβαστούσε από πάνου το σκοινί τεντωμένο, βοηθώντας τον έτσι στο κατέβασμα. Tο πηγάδι είταν βαθύ κ' είχε νερό πλήθιο.
"Bάστα" είπε από μέσα ο Aρτέμης άμα έφτακε την όψη του νερού, που ανακατευότουν. K' εκοίταξε. H Σταλαχτή εξαναρχότουν στον αφρό κουνώντας ακανόνιστα κι απελπισμένα τα χέρια, κι όταν το κεφάλι της εβγήκε όξω, το στόμα της, που 'θελε να φωνάξει, εγαργάρισε βραχνά μία στιγμή, έπειτα το νερό την εσκέπασε μπουρμπουλίζοντας κι άρχισε σύγκορμη να βουλάει. M' ένα χέρι ο Aρτέμης εκρεμάστηκε από το σκοινί κρατώντας τα πόδια στες λιθιασμένες πέτρες, έσκυψε μ' ορμή κι άδραξε από τα μαλλιά τη δυστυχισμένη. Tην ετράβηξε πάλι απάνου· τα χέρια της εσπερδουκλωθήκαν στο βραχιόνι του και τα νύχια της εμπηχτήκαν στο κρέας του.
"Tράβα" εφώναξε από μέσα "είναι βαριά· μοναχός δε θα μπορέσω ν' ανέβω".
"Bαστάξου μια στιγμή" τ' αποκρίθηκε από πάνου· "κάποιος έρχεται και θα βοηθήσει. Eπλάκωσε". Kαι μ' όση δύναμη είχε στα πλατιά του στήθια εφώναξε:
"Έλα γλήγορα, Γιάννη· εδώ πνίγονται".
"Πνίγονται;" είπε στατικός ο Γιάννης ο Λάκουρας που 'χε φτάσει τρεχάτος. K' επρόστεσε: - "Eρχόμουνα στ' αμπέλι, ήξερα πως θα συνέβαινε κάτι, αφού την απελπίσατε". K' έπιασε το σκοινί.
"Tράβα" του 'πε ο Στάθης παίρνοντας φόρα "κρέμονται κ' οι δύο· τράβα".
Mα ο Γιάννης έμεινε ακίνητος, Kι ο Στάθης έστρεψε το πρόσωπο και τον εκοίταξε κατάματα· τον είδε χλωμό, με τα μάτια βγαλμένα από τες κόχες, με σκληρήν έκφραση στα χείλια. K' ετρόμαξε.
"Θα τους πνίξω" είπε ο Γιάννης.
"Tραβάτε" εφώναξε από κάτου ο Aρτέμης "τα χέρια μου καίνε σα να βαστούσα αθρακιά".
"Tι θα κάμεις;" είπε ο Στάθης βλέποντας το Γιάννη να βγάζει από τη ζώση το μαχαίρι.
"Eκεινού του πρέπει τιμωρία, εκείνη γιατί να ζιει στην ατιμία;" αποκρίθηκε "γι' αυτό μου την επήρετε;"
Tώρα ο Στάθης εφώναξε: - "Aφέντη άφησέ την και μοναχός σου ανέβα". Kι άφησε το σκοινί. "A, μη μου τον σκοτώσεις" επρόστεσε κ' ερίχτηκε πάνου στο Γιάννη για να τον ξαρματώσει.
"Tραβάτε" εφώναξε πάλι ο Aρτέμης· "δεν την αφήνω".
Kι ωστόσο ο Γιάννης έλεγε αγριεμένος: - "Φεύγα, άτιμε μεσάτορα, σε σφάζω και σένα".
Mα ο Στάθης είχε χάσει κάθε φόβο, με το κορμί του εδιαφέντευε το σκοινί, κ' επάσκιζε να σιμώσει τον άλλον, ώσπου μια μαχαιριά τον εσώριασε κατά γης λαβωμένον.
Kι αμέσως με το ματωμένο μαχαίρι ο Γιάννης έκοψε το σκοινί· το νερό δαρμένο από τα δύο κορμιά, που βούλιαζαν, έβρασε κι αναπετάχτηκε ώς το φροχείλι, κι ο φονιάς ετήραξε τρογύρου του σαν ξαφνισμένος από το έργο του.
Ένα κοράκι ήρθε κ' εκάθισε στην ελιά, όπου είταν ακόμα δεμένο ένα κομμάτι του σκοινιού, κ' έκραξε· κι ο Γιάννης ανασηκώνοντας τα μάτια είπε: - "Έκαμα κρίση".]

*Κωνσταντίνου Θεοτόκη, Η Παντρειά της Σταλαχτής

16.6.10

Το πάρτυ της ζωής του


Το Σάββατο νωρίς/ και χωρίς πειθαρχία/ επειδή έκανε ζέστη/ υποφερτή/ τα κορίτσια περνάγανε αμέριμνα κάτω απ' τα μπαλκόνια με πετσετέ φορέματα/ και άθλια κατοχικά μπίρκενστοκ/ γουόναμπι λολίτες στα πάντσερ/ κάπου μεταξύ μέθης και πλήξης/ και χωρίς να το περιμένω/ είπε την ιστορία/ πώς δηλαδή απέκτησε την πρώτη του μουσική/ στο απαγορευμένο βασίλειο ήταν ένα παιδικό πάρτυ/ όλο παιδάκια -mods (έτσι γεννήθηκαν)/ όπου του κληρώθηκαν τα καλλυντικά/ χρειάστηκε να τ' ανταλλάξει μ' ένα κορίτσι/ που τελικά αυτοκτόνησε μετά/ ή κάτι τέτοιο αλλά όχι εξαιτίας αυτού/ η φυλετική αλλαξιά/ αναποδογύρισε το σύμπαν/ μάλλον/ και από τότε βρίσκεται κολλημένος σα τσίχλα σε τροχό λούναπαρκ/ ενώ αν κράταγε τα καλλυντικά θα μπορούσε κάλλιστα να φτιάξει ένα σωβινιστικό έργο τέχνης/ σε ανύποπτο χρόνο τον φαντάζομαι να γυρνάει σπίτι με το βινύλιο - τρόπαιο/ δε θα ήξερε τι να το κάνει/ στην αρχή/ αλλά ήθελε να πει σε όλους ότι ήταν ο νικητής του πάρτυ/ και γι' αυτό πιθανώς να το παράτησε στον πάγκο της κουζίνας/ δίπλα στο ράδιο ή σε μια βρεγμένη πετσέτα/ αδέξια βούρκωνα και προσπαθούσα να καλύψω τα κενά/ όπως κάποιος που φοβάται/ και ανυπομονεί/ επειδή δεν έχει ακούσει ποτέ μουσική/ αλλά η απουσία του Αυγουστίνου μεγάλωνε το χάσμα/ και ίσως τελικά η λύση στο πρόβλημα να είναι/ ένα καναρίνι/ ή ένα ζεμπράκι φίντς/ που να αρέσκεται σε απλές τροφές, Sover Group/ Ritchie Valens και την απόκοσμη νιότη του Θάνου Σουγιούλ.

6.6.10

Synch 10

Η Παρασκευή/ συνεχίζοντας την παράδοση της βδομάδας/ μια φλατ γραμμή/ έφτασα στην Τεχνόπολη με μικρή καθυστέρηση/ όπου οι Get Well Soon/ δυστυχώς το σετ τους αναλώθηκε σε επιβεβλημένο chill out/ ένιωθα ότι είχα μόλις βγει απ' τη φορμόλη/ οι Æthenor με βοήθησαν να κάψω/ τις τελευταίες άχρηστες λεπτομέρειες του Μάη/ προτού ξεκινήσω και πάλι να μελετάω την αγωνία της φύσεως/ στους γύρω μου/Athens first city of sin (sic)/ δεν την είδα πουθενά/ έφαγα το αγαπημένο μου σάντουιτς με αγγούρι/ και μια μπύρα σε θερμοκρασία περιβάλλοντος/ στο όρθιο έξω απ' την D7/ περιμένοντας τους Fuck Buttons/ η κούραση θώπευε την πλήξη/ νωθρά κι άσκοπα περιφερόμουν γύρω γύρω/ και δεν μπόρεσα να βρω μέσα σε τόσες ώρες ούτε μια ιστορία/ που να μιλάει μόνη της/ και που να μη χρειάζεται να τη διηγηθώ / πέρα απ' το απρόσμενο vis-à-vis με τον Κωνσταντίνο Τζούμα/ και το υπόλοιπο σάντουιτς που κράταγα στοργικά μη έχοντας που να το χαρίσω/ στο γυρισμό/ με το μισό κορμό γερμένο έξω από το παράθυρο του τρόλλευ/ κοίταξα ψηλά στον ουρανό/ όπου μαινόταν η πάλη χίπστερς Vs αντιχίπστερς γουοτέβα/ ιτ σάκντ/ το Σάββατο η Μαρία φόραγε ένα ροζ μπλουζάκι με κορδέλες στους ώμους/ μου θύμισε ένα δικό μου/ το γαϊτανάκι/ ήθελα να το φοράω κάθε μέρα/ και τραγικά τρύπιο/ αλλά στους Ηot chip ήταν ένας τύπος με χαβανέζικο πουκάμισο και μπάκα/ με υψηλότατο δείκτη ερωτευσιμότητας/ τα αρμόνια/ τα αγόρια /ξανά τα αρμόνια/ τόσο που σχεδόν παραμέρισα την επιθυμία μου να δω τους A Place to Bury Strangers/ με περίεργη διάθεση γύρισα στους τσίπ/ εξάλλου η Χρυσούλα ήταν χαρούμενη με τις μαρακές και όλα/ λόβλυ λόβλυ/ και μετά βγήκε o Garnier/ μεσιέ comme il faut/ που ξεσήκωσε παρά την απεχθή προφορά/ η καύλα του γάλλου/ όση ώρα σκεφτόμουν το εγκληματικό παρελθόν του Dj Krush/ και τους νόμους της yakuza/ κάποιοι προνοούσαν για την τροφή μου/ αργά στο Auditorium/ ευχόμουν να μη σταματήσουν να παίζουν οι My Wet Calvin/ ή να δυναμώσουν τα φώτα/ γιατί θα αποκαλύπτονταν τα σουσάμια που' χα ρίξει άθελά μου στη μοκέτα/ και για τα οποία οι τύψεις με κυνηγάνε ακόμα/ ./ κάπως έτσι.