30.5.10

Πρώιμα

[Μπορώ να μυρίσω σχεδόν τα φρούτα του καλοκαιριού/ τα κορίτσια με τα άφτερ σαν/ που ταυτίζονται απόλυτα/ παρανοϊκά/ με τα βοϊδίσια βλέμματα των αγοριών/ που πίνουν μπύρες και τρώνε σουβλάκια/ ενώ σπρώχνουν όλα τα αληθινά υπονούμενα κάτω απ' το τραπέζι/ θέλω να φάμε 832 βερίκοκα κι έπειτα ίσως πιούμε ένα ποτήρι γάλα/ ή δυο/ μαζί/ Oh, Jamelia/ δεν με ηδονίζουν πολλά πράγματα περισσότερο από το άνοιγμα ενός βερίκοκου/ η ντροπή που νιώθω συνθλίβεται σε ανύποπτο χρόνο με το σπάσιμο των κουκουτσιών/ και κάθε φορά σα να' ναι πρώτη/ η πηγαία χαρά και η εκπλήρωση/ των υπερκόσμιων ευσεβών πόθων/ θεωρώ σχεδόν απομακρυσμένη την πιθανότητα να αντέξω οποιαδήποτε ταινία/ θέλω να είμαι συνεχώς έξω/ όταν είμαι μέσα έχω μια αόριστη εντύπωση προοδευτικής τύφλωσης/ κι ότι χάνω τα πιο σπουδαία χρώματα/ and so on/ δεν έχει να κάνει με τις υπερπαραγωγές της φύσης/ αλλά με κάτι άλλο/ πιο προσωπικό και πιο πεζό/ ίσως/ και κάπως αδιάφορο τελικά/ το οποίο αδυνατώ να εκφράσω με λέξεις/ το αξεπέραστο προσωπικό καθολικό]

A certain boy

20.5.10

5


Brian Eno - Thursday Afternoon
Στερεο Νοβα - 6 am
Kattoo - Place 8
Hecq - bending time
Klangstabil - Lauf, lauf






* lovely chair lovely lady lovely chair

The farthest city

Χθες βράδυ. στο πεζοδρόμιο απέναντι από σιξ ντογκς. προσευχόμουν για το αίσθημα της συγκίνησης. ή σα να πέφτεις με το κεφάλι σε μια ξερή δεξαμενή γεμάτη αρχαία, δομικά δίκτυα. σύντομα σκεφτόμουν τη γριά που είδα να σηκώνει ένα κρεμμύδι βουτηγμένο στα λασπόνερα. αλλά ήταν κάπως αργά. μια βλοσυρή μέρα. μια υποτονική νύχτα. προσποιούμουν ότι έψαχνα τις τσέπες μου. όλη την ώρα. και δεν μπορούσα να βρω ούτε ένα ψιλοπράμα. να με στείλει αλλού. κάτω από τη φωτεινή πινακίδα. μου φάνηκε πως είδα να περνάει αυτό που έψαχνα. ένα κρεμμύδι ντυμένο νάνος. αλλά το παραλήρημα διακόπηκε ξαφνικά από γενικευμένο μούδιασμα . στο τρόλλευ μια ώρα μετά είδα ένα κορίτσι με τρία νύχια βαμμένα να κρατιέται σφικτά στο παράθυρο.
μπλε - πράσινο - ροζ.
εκείνη τη στιγμή κατανόησα γιατί με εμπνέουν οι Moscow Olympics. εκεί όπου η ντροπή δεν έχει υπάρξει. ούτε σαν έννοια. ούτε καν. ούτε.
και δε θυμόμουνα. δεν ήθελα. δεν ήξερα να πω μια λέξη. ελληνική η ξένη. που να ξέπλενε τη στυφή γεύση του παπιέ μασέ. που είχα όλη μέρα στο στόμα.

Sophia

12.5.10

The queen of the savages




My girl is the queen of the savages
, She don't know the modern world and its ravages/ Οι τελευταίες εβδομάδες ήταν πολύ πολύ μικρές/ και κάπως πικρές/ επειδή δεν ήθελα να έχω χρόνο/ κι επειδή έχει ξεκινήσει να κάνει ζέστη η οποία μου διαλύει όλα μα όλα τα όνειρα/ Instead of money she's got yams and cabbages/η συναυλία ήταν καταπληκτική/ μια κομπλεξική Κυριακή μεταμορφώθηκε σε παιδικό πάρτυ/ τόσο αβίαστα, που σε κάθε τονική εναλλαγή μου σηκωνόταν η τρίχα/ η Χρυσούλα αγάπησε το παιδί με το μουστάκι/ και κάθε τόσο τον φτύναμε/ καλού κακού για το μάτι/ ωραίο παιδί και ψηλό/ My girl is the queen of ten villages, We live on the fruits of her pillages/ στο μπαρμπέρικο ήταν ένας δικηγόρος με ταμπά χαρτοφύλακα και μαλλί/ πασαλειμμένο κορακιά μπογιά/ τον έβλεπα να με κοιτάει απ' τον λοξό καθρέφτη νευρικά/ αλλά τα περιοδικά με τις κουπ απ' τα 80' ς ήταν μακράν πιο διασκεδαστικά/ ή παρατηρούσα το σκουρόξανθο σβέρκο του Γιώργου ν' αλλάζει προοδευτικά/ απέναντι ήταν ένα πάρκο όπου πολλοί σκότωναν το χρόνο με αυξανόμενη αυταρέσκεια/She eats other queens, she's very religious She doesn't use a fork I don't think I'll go back to New York/δηλαδή σα να λέμε καλοκαίριασε.

Henri Boulanger




Margaret: [Henri has just spend a night with Margaret] What about now? You still want to die?
Henri Boulanger: No no, not anymore.
Margaret: Because you met me?
Henri Boulanger: Yes, that's made me change my mind.
Margaret: Only because of my blue eyes?
Henri Boulanger: Are they blue?