skip to main |
skip to sidebar
[*Αφού ξεπεράσεις το δέος της πρώτης θέασης του βίντεο είσαι πλέον έτοιμος να περάσεις στην ανάλυση των πληροφοριών. Πρόκειται για αποσπασματική σκηνή από το σοβιετικό μιούζικαλ Девичья весна (1961) - Άνοιξις στο Βόλγα που έχει σαν πυρήνα -αν μπορώ να το θέσω έτσι- την ιστορία του έρωτα δυο νέων: μιας όμορφης χορεύτριας του περιοδεύοντος θιάσου Beryozka κι ενός Μοσχοβίτη νέου (ο οποίος στη συνέχεια προσλαμβάνεται σαν προσωρινός μάγειρας στο ατμόπλοιο του θιάσου που περιοδεύει τις πόλεις κατά μήκος του Βόλγα). Φυσικά αυτή η σαχλή ερωτοϊστοριούλα κλάιν μάιν επισκιάζεται από τις ίδιες τις χορογραφίες του μπαλέτου Beryozka. Με λίγα λόγια, ακόμη κι αν δεν υπήρχε ένα βασικό στόρυ μέσα στο οποίο να χώνονται κατά κάποιο τρόπο αυτές οι τουλάχιστον βιρτουόζικες χορογραφίες οι θεατές αποκλείεται να γκρίνιαζαν για το κατεβατό των χορών. Όλο το μεγαλείο του σύμπαντος της σοβιετικής παιδείας συνοπτικά σ' ένα βίντεο. Παρακαλώ τους διαφωνούντες να σωπάσουν, γνωρίζετε πολύ καλά ότι έχω δίκαιο στα χοντρά χοντρά. Τώρα όσον αφορά στο μπαλέτο Beryozka (η λέξη σημαίνει μικρή σημύδα) διάβολε! και τι δεν ήξεραν να κάνουν αυτά τα κορίτσια. Πάντως και μόνο που σκέφτομαι το σκηνικό αυτό, ένα θέατρο κατάμεστο και 40 κορίτσια να τραγουδάνε την άνοιξη μου σηκώνεται η τρίχα. Σίγουρα δεν είμαι ο μόνος.Χειροκρότημα.]
[* Τα πολύ παλιά χρόνια/ λίγο μετά την έκθεση με τους δεινόσαυρους (1991;) - κανείς δεν θυμάται πια εκείνο το μεγάλο ιβέντ-/ ήξερα ένα παιδί που διάβαζε πολύ/ όλα τα καλοκαίρια/ τις μικρές ώρες που η μπάλα μας σκαρφάλωνε δαιμονισμένα τα κλήματα της πίσω αυλής/ διακόπτοντας την σιέστα της γιαγιάς σταφίδας/ με τα τζιτζίκια σε τρελό ξεφάντωμα/ μπάνιζα ένοχα το παιδί να διαβάζει ξυπόλητο, μισογερμένο στο πλακάκι της τζαμαρίας/ πίσω απ' τη μισάνοικτη τζαμόπορτα/ πίσω απ' το μαύρο κάγκελο/ πίσω απ' το φράκτη/ και το συρματένιο διαχωριστικό/ ήταν ένας κόσμος ξένος και σιωπηλός/ ένα παιδί που ζούσε αποκλειστικά τρεφόμενο με σταφύλια/ και που έτριβε που και που τα πέλματα μεταξύ τους/ όπως κάποιος που έχει επινοήσει αυτή την αυθόρμητη κίνηση/ χωρίς βέβαια να χάνει στιγμή τη σελίδα/ δε μπορώ με λόγια να εξηγήσω πώς ζούσα για κείνες τις στιγμές/ φανταζόμουν τον ήχο της κλείδωσης την ώρα που ακουμπούσε κάτω το βιβλίο για να φέρει το μπολ με τα σταφύλια/ τον ήχο του δέρματος όπως ξεκόλλαγε απ' το μάρμαρο/ και το ιδρωμένο εξώφυλλο του βιβλίου στο πάτωμα/ μια δυο φορές που μ' είχαν τσακώσει οι άλλοι να κοιτάω προς τα κει/ δεν ένιωσα και πολύ άνετα/ ίσως γιατί αυτό το αλλιώτικο πλάσμα φαινομενικά μας έγραφε στο μακρύτερο του βλέφαρο/ εκεί που χαμήλωνε πάνω απ' τις πυκνές αράδες/ κάπου εκεί ήμασταν κι εμείς/ μια μέρα μας πήγαν επίσκεψη στο ενυδρείο/ ήταν πολύ ωραία τα ψάρια/ ειδικά τα μεγάλα ψάρια τα αγάπησα/ ίσως γιατί μένανε πιο πολλή ώρα στην ίδια θέση/ άλλωστε δεν είχε και πολύ χώρο για να πάνε αλλού/ στο σπίτι μου ζήτησε να το ζωγραφίσω/ εκεί στο ήσυχο βάθος των νερών/ ανάμεσα στα μεγάλα ψάρια ζωγράφισα το παιδί που διαβάζει/ γιατί έτσι όπως κι εκείνα/ στη φαντασία μου/ έμενε πολλή ώρα στην ίδια θέση επειδή ίσως δεν είχε πού αλλού να πάει/./ Μαρία σ' ευχαριστώ που μου θύμισες αυτή τη μικρή ιστορία.]
[*προφανώς μόνο εγώ βλέπω άστρα απ' τον πολύ ύπνο]
[*Καλή εβδομάδα. Σήμερα φόρεσα τις καινούριες μου κάλτσες με τους γαλάζιους πιθήκους. Και ήταν κάπως έτσι.]