

If you ever find me face down in the gutter, turn me around to my back.


Η Παρασκευή/ συνεχίζοντας την παράδοση της βδομάδας/ μια φλατ γραμμή/ έφτασα στην Τεχνόπολη με μικρή καθυστέρηση/ όπου οι Get Well Soon/ δυστυχώς το σετ τους αναλώθηκε σε επιβεβλημένο chill out/ ένιωθα ότι είχα μόλις βγει απ' τη φορμόλη/ οι Æthenor με βοήθησαν να κάψω/ τις τελευταίες άχρηστες λεπτομέρειες του Μάη/ προτού ξεκινήσω και πάλι να μελετάω την αγωνία της φύσεως/ στους γύρω μου/Athens first city of sin (sic)/ δεν την είδα πουθενά/ έφαγα το αγαπημένο μου σάντουιτς με αγγούρι/ και μια μπύρα σε θερμοκρασία περιβάλλοντος/ στο όρθιο έξω απ' την D7/ περιμένοντας τους Fuck Buttons/ η κούραση θώπευε την πλήξη/ νωθρά κι άσκοπα περιφερόμουν γύρω γύρω/ και δεν μπόρεσα να βρω μέσα σε τόσες ώρες ούτε μια ιστορία/ που να μιλάει μόνη της/ και που να μη χρειάζεται να τη διηγηθώ / πέρα απ' το απρόσμενο vis-à-vis με τον Κωνσταντίνο Τζούμα/ και το υπόλοιπο σάντουιτς που κράταγα στοργικά μη έχοντας που να το χαρίσω/ στο γυρισμό/ με το μισό κορμό γερμένο έξω από το παράθυρο του τρόλλευ/ κοίταξα ψηλά στον ουρανό/ όπου μαινόταν η πάλη χίπστερς Vs αντιχίπστερς γουοτέβα/ ιτ σάκντ/ το Σάββατο η Μαρία φόραγε ένα ροζ μπλουζάκι με κορδέλες στους ώμους/ μου θύμισε ένα δικό μου/ το γαϊτανάκι/ ήθελα να το φοράω κάθε μέρα/ και τραγικά τρύπιο/ αλλά στους Ηot chip ήταν ένας τύπος με χαβανέζικο πουκάμισο και μπάκα/ με υψηλότατο δείκτη ερωτευσιμότητας/ τα αρμόνια/ τα αγόρια /ξανά τα αρμόνια/ τόσο που σχεδόν παραμέρισα την επιθυμία μου να δω τους A Place to Bury Strangers/ με περίεργη διάθεση γύρισα στους τσίπ/ εξάλλου η Χρυσούλα ήταν χαρούμενη με τις μαρακές και όλα/ λόβλυ λόβλυ/ και μετά βγήκε o Garnier/ μεσιέ comme il faut/ που ξεσήκωσε παρά την απεχθή προφορά/ η καύλα του γάλλου/ όση ώρα σκεφτόμουν το εγκληματικό παρελθόν του Dj Krush/ και τους νόμους της yakuza/ κάποιοι προνοούσαν για την τροφή μου/ αργά στο Auditorium/ ευχόμουν να μη σταματήσουν να παίζουν οι My Wet Calvin/ ή να δυναμώσουν τα φώτα/ γιατί θα αποκαλύπτονταν τα σουσάμια που' χα ρίξει άθελά μου στη μοκέτα/ και για τα οποία οι τύψεις με κυνηγάνε ακόμα/ ./ κάπως έτσι.


[Μπορώ να μυρίσω σχεδόν τα φρούτα του καλοκαιριού/ τα κορίτσια με τα άφτερ σαν/ που ταυτίζονται απόλυτα/ παρανοϊκά/ με τα βοϊδίσια βλέμματα των αγοριών/ που πίνουν μπύρες και τρώνε σουβλάκια/ ενώ σπρώχνουν όλα τα αληθινά υπονούμενα κάτω απ' το τραπέζι/ θέλω να φάμε 832 βερίκοκα κι έπειτα ίσως πιούμε ένα ποτήρι γάλα/ ή δυο/ μαζί/ Oh, Jamelia/ δεν με ηδονίζουν πολλά πράγματα περισσότερο από το άνοιγμα ενός βερίκοκου/ η ντροπή που νιώθω συνθλίβεται σε ανύποπτο χρόνο με το σπάσιμο των κουκουτσιών/ και κάθε φορά σα να' ναι πρώτη/ η πηγαία χαρά και η εκπλήρωση/ των υπερκόσμιων ευσεβών πόθων/ θεωρώ σχεδόν απομακρυσμένη την πιθανότητα να αντέξω οποιαδήποτε ταινία/ θέλω να είμαι συνεχώς έξω/ όταν είμαι μέσα έχω μια αόριστη εντύπωση προοδευτικής τύφλωσης/ κι ότι χάνω τα πιο σπουδαία χρώματα/ and so on/ δεν έχει να κάνει με τις υπερπαραγωγές της φύσης/ αλλά με κάτι άλλο/ πιο προσωπικό και πιο πεζό/ ίσως/ και κάπως αδιάφορο τελικά/ το οποίο αδυνατώ να εκφράσω με λέξεις/ το αξεπέραστο προσωπικό καθολικό]
Χθες βράδυ. στο πεζοδρόμιο απέναντι από σιξ ντογκς. προσευχόμουν για το αίσθημα της συγκίνησης. ή σα να πέφτεις με το κεφάλι σε μια ξερή δεξαμενή γεμάτη αρχαία, δομικά δίκτυα. σύντομα σκεφτόμουν τη γριά που είδα να σηκώνει ένα κρεμμύδι βουτηγμένο στα λασπόνερα. αλλά ήταν κάπως αργά. μια βλοσυρή μέρα. μια υποτονική νύχτα. προσποιούμουν ότι έψαχνα τις τσέπες μου. όλη την ώρα. και δεν μπορούσα να βρω ούτε ένα ψιλοπράμα. να με στείλει αλλού. κάτω από τη φωτεινή πινακίδα. μου φάνηκε πως είδα να περνάει αυτό που έψαχνα. ένα κρεμμύδι ντυμένο νάνος. αλλά το παραλήρημα διακόπηκε ξαφνικά από γενικευμένο μούδιασμα . στο τρόλλευ μια ώρα μετά είδα ένα κορίτσι με τρία νύχια βαμμένα να κρατιέται σφικτά στο παράθυρο.





Throbbing Gristle - Psychic Rally in Heaven 