20.5.10

5


Brian Eno - Thursday Afternoon
Στερεο Νοβα - 6 am
Kattoo - Place 8
Hecq - bending time
Klangstabil - Lauf, lauf






* lovely chair lovely lady lovely chair

The farthest city

Χθες βράδυ. στο πεζοδρόμιο απέναντι από σιξ ντογκς. προσευχόμουν για το αίσθημα της συγκίνησης. ή σα να πέφτεις με το κεφάλι σε μια ξερή δεξαμενή γεμάτη αρχαία, δομικά δίκτυα. σύντομα σκεφτόμουν τη γριά που είδα να σηκώνει ένα κρεμμύδι βουτηγμένο στα λασπόνερα. αλλά ήταν κάπως αργά. μια βλοσυρή μέρα. μια υποτονική νύχτα. προσποιούμουν ότι έψαχνα τις τσέπες μου. όλη την ώρα. και δεν μπορούσα να βρω ούτε ένα ψιλοπράμα. να με στείλει αλλού. κάτω από τη φωτεινή πινακίδα. μου φάνηκε πως είδα να περνάει αυτό που έψαχνα. ένα κρεμμύδι ντυμένο νάνος. αλλά το παραλήρημα διακόπηκε ξαφνικά από γενικευμένο μούδιασμα . στο τρόλλευ μια ώρα μετά είδα ένα κορίτσι με τρία νύχια βαμμένα να κρατιέται σφικτά στο παράθυρο.
μπλε - πράσινο - ροζ.
εκείνη τη στιγμή κατανόησα γιατί με εμπνέουν οι Moscow Olympics. εκεί όπου η ντροπή δεν έχει υπάρξει. ούτε σαν έννοια. ούτε καν. ούτε.
και δε θυμόμουνα. δεν ήθελα. δεν ήξερα να πω μια λέξη. ελληνική η ξένη. που να ξέπλενε τη στυφή γεύση του παπιέ μασέ. που είχα όλη μέρα στο στόμα.

Sophia

12.5.10

The queen of the savages




My girl is the queen of the savages
, She don't know the modern world and its ravages/ Οι τελευταίες εβδομάδες ήταν πολύ πολύ μικρές/ και κάπως πικρές/ επειδή δεν ήθελα να έχω χρόνο/ κι επειδή έχει ξεκινήσει να κάνει ζέστη η οποία μου διαλύει όλα μα όλα τα όνειρα/ Instead of money she's got yams and cabbages/η συναυλία ήταν καταπληκτική/ μια κομπλεξική Κυριακή μεταμορφώθηκε σε παιδικό πάρτυ/ τόσο αβίαστα, που σε κάθε τονική εναλλαγή μου σηκωνόταν η τρίχα/ η Χρυσούλα αγάπησε το παιδί με το μουστάκι/ και κάθε τόσο τον φτύναμε/ καλού κακού για το μάτι/ ωραίο παιδί και ψηλό/ My girl is the queen of ten villages, We live on the fruits of her pillages/ στο μπαρμπέρικο ήταν ένας δικηγόρος με ταμπά χαρτοφύλακα και μαλλί/ πασαλειμμένο κορακιά μπογιά/ τον έβλεπα να με κοιτάει απ' τον λοξό καθρέφτη νευρικά/ αλλά τα περιοδικά με τις κουπ απ' τα 80' ς ήταν μακράν πιο διασκεδαστικά/ ή παρατηρούσα το σκουρόξανθο σβέρκο του Γιώργου ν' αλλάζει προοδευτικά/ απέναντι ήταν ένα πάρκο όπου πολλοί σκότωναν το χρόνο με αυξανόμενη αυταρέσκεια/She eats other queens, she's very religious She doesn't use a fork I don't think I'll go back to New York/δηλαδή σα να λέμε καλοκαίριασε.

Henri Boulanger




Margaret: [Henri has just spend a night with Margaret] What about now? You still want to die?
Henri Boulanger: No no, not anymore.
Margaret: Because you met me?
Henri Boulanger: Yes, that's made me change my mind.
Margaret: Only because of my blue eyes?
Henri Boulanger: Are they blue?

3.5.10

Η φλογερή καρδιά του Ντάνκο



Ένας ήλιος αναιδής σήμερα/ σχεδόν λυπημένος σύρθηκα στο σουπερμάρκετ/ οι μεγάλες, ζεστές νύχτες όπου να' ναι ξεκινάνε/ και δεν έχω καμμια διάθεση να εγκαταλείψω ακόμα την κουζίνα/ οτι και είχα ρίξει το σπανάκι στο νεροχύτη/ όταν θυμήθηκα την Φλογερή καρδιά του Ντάνκο/ του Γκόρκι από το ανθολόγιο της ΣΤ' Δημοτικού/ θυμάσαι;/ έφταιγε το θυμωμένο φως έξω/ ή η ραστώνη/ μην χάσεις το ανιμέισιον μικρού μήκους του Garri Bardin (ο.π. άνωθεν, το βίντεο)/Адажио (Adazhio, 2001)/ πρόκειται για ένα μικρό αριστούργημα με φιγούρες οριγκάμι/ δεν έχω ξαναδεί τίποτε πιο συγκλονιστικό σε αυτό το είδος/ πάντως η ταινία αποκτάει νόημα μόνο αν γνωρίζει κανείς την ιστορία του Ντάνκο/ το έργο επενδύει μουσικά το Adagio σε G minor δηλαδή το ευρέως γνωστό Adagio Albinoni

πάντοτε ήταν εύκολο για τους ανθρώπους να μνημονεύουν ένα νεκρό ήρωα παρά να ακολουθούν ένα ζωντανό οραματιστή .

2.5.10

Η κάρτα


Πάντα προσπαθούσα να της φτιάξω την ωραιότερη κάρτα του κόσμου/ βολική γιορτή να πέφτει πάντα Κυριακή/ χωρίς σχολικές υποχρεώσεις/ καθόμουν στο μεγάλο γραφείο με τα σύνεργα/ κι ένα ενθουσιασμό σχεδόν οργασμικό/ δεν θυμάμαι να έχω νιώσει ξανά έτσι/ όμως εκεί στο τέρμα του διαδρόμου υπήρχε πάντοτε ένα πανέρι με ξηρά ρόδια/ όπου μπορούσα άνετα να καταφύγω σε περίπτωση που η έμπνευση με εγκατέλειπε/ κάτι που δεν συνέβαινε φυσικά ποτέ/ στο ράδιο έπαιζε το κανένας δε μου μίλησε/ ίσως και το ενυδρείο του Λάγιου/ έχανε τις μισές λέξεις/ παράταγε το γαλάζιο ποτηράκι στο νεροχύτη /δίπλα στις μισοστυμένες λεμονόκουπες/ κι οχυρωνόταν στο σκαμπό πίσω από ένα βλέμμα ομιχλώδες/ πως την έχασα / θυμάμαι μια από τις τελευταίες/ εκείνη με τους χρωματισμένους κόκκους ρυζιού/ αμφιβάλλω αν θα έχει μείνει έστω κι ένας στη θέση του/ μετά από τοσα χρόνια/ αλλά είχα ελπίδες/ πάντα έχω/ ότι όλοι οι κόκκοι που είχαν σκορπίσει στο συρτάρι του κομοδίνου/ θα κολλάγανε πίσω πάλι μαγικά/ και τότε θα θυμόμουν ξανά πως είναι να δίνεις κάτι χωρίς να περιμένεις κανένα αντάλλαγμα/ ή πως είναι να θυμάσαι κάποιον/ χωρίς κανένα/ απολύτως/ λάθος.

A girl on (a mother' s day) Sunday

Mother - Travis
Black Milk - Massive Attack
Mother Stands for Comfort - Kate Bush
Mother - Pink Floyd
Your Mother Should Know - The Beatles
Μάγισσα Μανούλα - Τζίμης Πανούσης
Holy Mother - Eric Clapton
Nobody loves me but my mother - B.B. King
Μαμά γερνάω - Τάνια Τσανακλίδου
Μανούλα μου - Λάκης Παππάς
La mamma - Charles Aznavour
Μάνα - Λουδοβίκος των Ανωγείων
Mother Love - Queen
I'll Always Love My Mama - The Intruders
Tell Mama -Etta James
Mother popcorn- James Brown
Mother - Moloko
Mother Knows Best - Crystal Castles

Sometimes I feel like a motherless child - Jimmy Scott

Συναισθηματικά ανάπηρος

28.4.10

These are the days. We are the times.

..........................
Απέναντί μου καθόταν μια κυρία εξωτικό πουλί/ με σκουλαρίκια πολυελαιους που θα' παιρνα όρκο ότι τα σήκωσε με χριστιανική κομπίνα/ από κάποια/ επίσης χριστιανική κυριακάτικη ζωοπανήγυρη/ δε θέλω να επεκταθώ/ η Κηφισίας με νανούριζε γλυκά/ καθώς και το πλήθος των αντικατοπτρισμών των κρυστάλλων κάθε φορά που γονάτιζαν στο λίπος της/ κοίταγα στα αβυσσαλέα μπούτια με μια ενοχή και μια ασυμμάζευτη βλαχοπεριέργεια/ μέσα στο γλάρωμα ελάχιστα εγκεφαλικά κύτταρα αγρυπνούσαν με Bobby Beausoleil/ ενώ έκτακτα μου προέκυψε ότι το μαλλί της έφερνε στον Κλάους Κίνσκι/ το παλιόσκυλο/ και τότε θυμήθηκα to Mein liebster Feind - Klaus Kinski (1999)/ στον Ευαγγελισμό ένας νεαρός σνίφαρε άνετος ότι άσπρο κι αν ήταν αυτό/ εγώ λέω ζάχαρη που αρέσει σε όλους/ σχεδόν/ καταμεσής στο δρόμο/ ενώ στα πέντε μέτρα ένας συνάδελφος σε μοντιλιανική πόζα/ πάσχιζε ν' ανοίξει μια τροχήλατη χειραποσκευή /σε χρώμα παντελώς άκυρο/ βεραμάν/ και που δεν ταίριαζε με τα ρούχα κανενός απ' τους δυο/ λίγο μετά στο σπίτι είδα το More (1969)/ σεξ ντρογκια ροκενρολ βεβαίως βεβαίως/ η ανυπαρξία εκπλήξεων είναι σχεδόν ανακουφιστική/ αλλά βρήκα τσόντα/ το άνοιγμα της Μίστυ Μπετόβεν/ που θα χαζεύω με προβλεπέ παρέα το Σαββατοκύριακο/ καθώς θα σχολιάζουμε το Σαρτόριαλιστ/Χα.

Ιχθείς

27.4.10

Χορ-χορ-αγάν


[Με τον καιρόν, όταν εμεγάλωσεν η κόρη -ήτο κομψή, χλωμή και ονειρώδης- ανάγκη πάσα να την εμβάσουν εις τον κόσμον δια της μεγάλης θύρας. Της επήραν δασκάλαν στο πιάνο, στα γαλλικά. Κάτι έμαθεν η κόρη να τραυλίζη και να βομβή, ακόμη και τον "Χορ-χορ-αγάν". Τέλος έπρεπε να την υπανδρεύσουν, να της αγοράσουν δηλ. σύζυγον. Ή ένα στρατιωτικόν από ιστορικήν οικογένειαν, ή ένα πολιτευόμενον με μέλλον. Εις τι θα εχρησίμευεν η προιξ, εαν δεν θα είχεν ο άνθρωπος να βαπτίζη όλα τα χωριατόπουλα και να στεφανώνη όλα τα ανδρόγυνα, δια να κάμη κουμπάρους και κομματάρχας; Είναι γνωστόν ότι αι εκλογαί γίνονται με κουμπαριές κ' ενίοτε με κουμπουριές. Και να περιέρχηται εις τας παραμονάς χιλίας τόσας ταβέρνας, οπού φυτρώνουν μάλιστα ωσάν επίτηδες εκείνας τας ημέρας, τόσα μπακάλικα και καφενεία, δια να δίδη χίλια πεντάδραχμα δια κέρασμα και να μην παίρνη ρέστα;]



A. Παπαδιαμάντης, "Μεγαλείων οψώνια"