skip to main |
skip to sidebar

[Απογοητευτικός Per Fly στο αισθηματικό - κοινωνικό δράμα Kvinden der drømte om en mand (2010) aka The woman that dreamed about a man. Καταρχήν δυσκολεύομαι να πιστέψω πως ο σκηνοθέτης της τριλογίας [Bænken (2000), Arven (2003), Drabet (2005)] είναι ο ίδιος που καταδέχτηκε να πραγματευτεί ένα τόσο κοινότυπο σενάριο. Πρόκειται για μια δυσκοίλια μελέτη χαρακτήρων, χωρίς καμιά ανατροπή, μια ατελείωτη κλάψα δηλαδή για να μην πω κάτι χειρότερο. Η κινηματογράφηση μοιάζει να έγινε από κάποιον ερασιτέχνη και η φωτογραφία είναι σχεδόν αδιάφορη. Οι κυρίαρχοι τόνοι του γκρίζου, του υπόλευκου και του μαύρου (που εμφανίζονται άλλοτε ως συνδρομητές στον μινιμαλισμό των αισθημάτων) φαίνεται να χρησιμοποιήθηκαν μόνο και μόνο για να καλύψουν τα σεναριακά κενά και την απουσία βάθους στην κατασκευή των χαρακτήρων. Η επιλογή της Sonja Richter στον πρωταγωνιστικό ρόλο ήταν σχετικά επιτυχημένη δεδομένης της κατά κάποιο τρόπο διαστροφής που τη διακρίνει (εξωτερική εμφάνιση, κίνηση, ενέργεια). Ωστόσο βρήκα το γενικό αποτέλεσμα λειψό και επιεικώς μέτριο. Το πόστερ της ταινίας - με λεσβιακά υπονούμενα (;)- έχει τόση σχέση με την ταινία όση και ο Μπένυ Χιλ με την αφίσα του Μαλχόλαντ Ντράιβ. Το πιο απογοητευτικό στην όλη κατάσταση είναι η βεβιασμένη πικρία που αποπνέει το σύνολο της ταινίας και η οποία μοιάζει να αποτελεί βασικό άξονα του σκηνοθετικού εγχειρήματος. Κρίμα.]
Ο υδραυλικός που ήρθε να μου φτιάξει το θερμοσίφωνα -ένας τροφαντός, τσαχπίνης τριαντάρης- φόραγε πορτοκαλιά ρούχα και ασορτί παπούτσια και ήταν γενικά μια φωτεινή παρουσία. Στο μέσο περίπου της αποκαθήλωσης του παλαιού θερμοσίφωνος, ένας ελιγμός της τύχης κατέστρεψε όλα μου τα όνειρα. Με αποτέλεσμα να μείνω με το αλφάδι στο χέρι κι ένα σπίτι χωρίς νερό. Η ζωή είναι , ως γνωστόν, ανυπόφορη χωρίς νερό αλλά ο νεαρός βοηθός έσωσε κάπως την κατάσταση. Η επιχείρηση διανθιζόταν με σχόλια σχετικά με την ποιότητα των σημερινών (;) γυναικών - πολλά σεκλέτια απ' ό, τι κατάλαβα - παραπονιούντουσαν ταυτόχρονα μ' ένα ύφος τόσο άχρονο και παιδικό που σχεδόν συμφωνούσα μαζί τους χωρίς να φέρω καμιά αντίρρηση. Ενώ προσπαθούσα να δαμάσω τις αμφιβολίες μου για το ποιόν του καινούριου θερμοσίφωνα ο μικρός κουβάλαγε τα απομεινάρια του παλαιού έξω. Τελευταία έξοδος σκέφτηκα. Τους ξεπροβόδισα με έξι σιδερωμένα πενηνταράκια, νοτ μπαντ. Στην άκρη του πεζοδρομίου, έξω από την πολυκατοικία -ότι και δεν είχαν περάσει 5 λεπτά- αντίκρισα με φρίκη το χτικιό (πρβλ. παλαιός). Περιττό να αναφέρω ότι οι νεανίες είχαν γίνει καπνός.
Δυο πράγματα κρατάω απ' το σημερινό απόγευμα: πρώτο και σίγουρο ότι θα βρωμίσω και δεύτερο κι ακόμη πιο σίγουρο, ότι πολλά ανθρωποειδή θα ψάχνουν συμπαράσταση για αρκετά χρόνια ακόμα.
* [είμαι πτώμα]
*[Die Summer Die]

Κάπου στα νότια προάστια/ εχτές/ ώρα πρώτη πρωινή/ κούραση/ αλλά το βλαχομπαρόκ ανασταίνει και νεκρούς/ το όλο σκηνικό θύμιζε κινέζικο πανηγύρι/ με εύστοχες αναφορές στη ρωσική μαφία/ κατάλαβα πώς μπορείς να τα συνδυάζεις όλα/ όταν δεν διαθέτεις τίποτε αξιόλογο/ επίσης έβγαλα συμπέρασμα/ καθοριστικής σημασίας/ κάποιοι καταπίνουν το μηχάνημα σολάριουμ/ κι έτσι μαυρίζουν από μέσα προς τα έξω/ προοδευτικά/ θέτοντας βέτο στους υπόλοιπους/ ένα πράμα στα όρια της αρρώστειας/ σχεδόν/ την κατάσταση έσωσε μια τζελατερία με λευκές καρέκλες/ παρέμπεμπαν οπωσδήποτε στον Αστέρα Βουλιαγμένης αλλοτινών εποχών/ η ατμόσφαιρα θύμιζε έντονα/ τη γυναίκα απέναντι απ' το σχολείο μου/ με το χριστουγεννιάτικο δέντρο/ στημένο ολόχρονα στην είσοδο του σπιτιού της/ στολισμένο κι όλα/ λουσμένο πατόκορφα στ' απόνερα από τον κουβά της σφουγγαρίστρας.
δεν ξέρω τι καύλες είχε/ αλλά δεν με εκπλήσσει που κι άλλοι πολλοί έχουν παρόμοιες.

ήταν μια δουλειά επίπονη/ όλες εκείνες οι αιχμές και οι προεξοχές/ δυσκόλευαν το έργο μας/ η στεγνή άμμος στην σαγιονάρα ανατριχιαστική/ μια παραλία/ με τόσα πολλά κοχύλια/ κανονικά και απ' τα άλλα/ που δεν ήξερα πώς να τα μαζέψω/ τα' θελα όλα και δε μπορούσαμε/ δε γινότανε δηλαδή/ γιατί όταν τη ρώτησα/ "σε παρακαλώ μπορώ να μαζέψω λίγα ακόμη;"/ έλαβα απάντηση αρνητική/ κι ότι θα βούλιαζε τ' αμάξι στο δρόμο/ κι ίσως να μη φτάναμε ποτέ σπίτι/ φασιστομπούρδες δηλαδή/ ήταν ο πρώτος κανονικός πανικός που θυμάμαι/ ήθελα και κείνο και τούτο και τ' άλλο/ προσπαθούσα να τα χωρέσω όλα /σε δυο νάυλα που είχαμε βρει παρατημένα στο πορτ μπαγκάζ/ αλλά δε γινότανε/ φυσικά δεν ήθελα και να μείνουμε στη μέση του πουθενά, βουλιαγμένοι/ κι άλλωστε δεν είχαμε τροφή/ κι έπειτα μπορεί ξαφνικά να μεγάλωνε η θάλασσα/ το πρωί δηλαδή και τότε ποιός ξέρει πόσο πιο πελώρια βουλιαγμένοι/ όσο σκάλιζα πάλι την υγρή άμμο/ τόσο περισσότερους θησαυρούς ξέθαβα/ στο τέλος ζαλίστηκα με τόσα χρώματα και σχήματα που μάζευα ενστικτωδώς ότι άγγιζα/ ο Γιώργος γκρίνιαζε όπως πάντα/ ήτανε μια άμμος παράξενη/ δεν έχω ξαναδεί παρόμοια/ κόκκινη/ έμοιαζε με χώμα πατατοφυτείας/ αλλά τόσα τα ξεβρασμένα κοχύλια απάνω της/που σχεδόν πέρναγε απαρατήρητη/ τη στιγμή της αναχώρησης ήταν τέτοια η πίκρα μου για ό, τι δεν πρόλαβα να μαζέψω/ για ό, τι αναγκαστικά έμεινε πίσω/ δηλαδή για όλη την παραλία/ που δεν τη μοιράστηκα ποτέ με κανένα/ σχεδόν/ προτιμώ να σκέφτομαι πράγματα όπως/ τον ξανθό κάμπο με το στάχυ/ και τη γλυκιά αγωνία των παλιννοστούντων
*^*