12.4.14

Ε.19

Επέτειος


[* κίνηση πολλή/ προς πάσα κατεύθυνση/ ένα πράμα περίεργο/ ανήμερα της εικοσάρας του Κομπέιν στα επείγοντα / με ξεθωριασμένο μπλουζάκι ύπνου Νιρβάνα, επίσης εικοσαετίας (σχεδόν)/ με σποτάρει ειδικευόμενος και με σώζει από βέβαιο θάνατο/ τίποτα, πραγματικά, δεν είναι τυχαίο σ' αυτή τη ζωή κουνέλια μου/ αν και τελικά όταν με ρώτησαν ποιος με κούραρε/ η αδίστακτη απάντηση/ αυτός με το μαλλί σαν καμμένο δάσος (αφού είχα σωθεί)/ για να επικυρώσει ότι οι άνθρωποι δεν αλλάζουν/ τις μέρες της σκέψης/ αποφάσισα να καταγράψω όλο τον κόσμο που με βοήθησε/ τα δυο απόκοσμα εικοσιτετράωρα/ και ήταν εκπληκτικά πολύς/ περιττό να αναφέρω ότι το μπλουζάκι θα φυλάσσεται στο εξής σαν τίμιο ξύλο/  μου τηλεφώνησε η Σ. για να μου πει ότι δεν έχει καθόλου λεφτά/ ούτε το αμάξι δε μπορεί να κυκλοφορήσει/ και πουλάει διάφορα πράγματα από το σπίτι/ και κοσμήματα της μαμάς της/ ήταν ήρεμη/ προσπαθούσα να φανταστώ την εικόνα της/ κι όλο μου ερχόταν στο μυαλό η σκηνή στο Τελευταίο ψέμα του Κακογιάννη (γύρω στο 1:10) που πάει η Λαμπέτη να πουλήσει ένα πίνακα του Γύζη τάχα γιατί τους περισσεύει - όταν πετάγεται η έκπτωτη αριστοκρατία, η μάνα της, για να προσθέσει ότι στη θέση του θέλουν να βάλουν και καλά ένα Utrillo/ υποθέτω ότι αν η Σ. πουλήσει τα χρυσαφικά δεν θα το μάθει ποτέ κανείς ούτε χρειάζεται να βάλει κάτι στη θέση τους/ κάτι είναι κι αυτό/ ήθελα να της πω ότι έφτιαξα το αγαπημένο της γλύκισμα ινδοκάρυδο-σοκολάτα/ αλλά έπρεπε να κλείσει όπως πάντα/ και τελικώς κάτι πρόχειρο στο μουσικό ιντερμέτζο: Σουδάν]

4.2.14

Γυψοφάς


[* Στη γειτονιά μου υπάρχει ένας φούρνος. Υπάρχουν κι άλλοι φούρνοι βέβαια αλλά κανένας σαν κι αυτόν. Μέσα είναι ένας τύπος τεράστιος και κοκκινωπός, θυμίζει λίγο τον Παναγιώταρο το γυψοφά. Καζαντζακική μορφή. Όσες φορές έχει τύχει να ψωνίσω, μόνος πάντα, ο γυψοφάς, εξυπηρετεί τον κόσμο. Φτιάχνει καφέδες, βάζει τα αγορασμένα στα κουτιά, κάνει ταμείο και τελοσπάντων κρατάει το μαγαζί. Το οποίο μαγαζί είναι τόσο φορτωμένο μέσα, δεν υπάρχει τρόπος να στο εξηγήσω για να το καταλάβεις.  Αυτός όμως ανενόχλητος, ακουμπάει τις τεράστιες χερούκλες του πάνω στις ζαμπονοτυρόπιτες, προσπερνώντας ελαφρά-ελαφρά κεκάκια μπισκότα και μακαρόν, δεν ξέρω πώς τα καταφέρνει με τόσο κορμί και τόση πυκνότητα πραγμάτων. Συνήθως αρπάζω γρήγορα τα ρέστα και φεύγω γρυλίζοντας καλημέρα αλλά στην πραγματικότητα ψοφάω να τον χαζέψω με τις ώρες. Ακόμα πιο περίεργο είναι ότι ο γυψοφάς παίζει μόνο  Νταντωνάκη στο μαγαζί του. Τέρμα. Δεν ακούς ποτέ κάτι άλλο. Ακούγεται και στο δρόμο. Αναδύεται από κάτι μυστηριώδεις γρίλιες στο πεζοδρόμιο -έξω ακριβώς απ' την είσοδο- μαζί με τη μυρωδιά της ψημένης σφολιάτας. Σκέφτομαι το γυψοφά να ψήνει στα μπουντρούμια τις τυρόπιτες με τέρμα το "σκοτεινό παράθυρο" και με πιάνει η ψυχή μου. Σ' αυτό το δισυπόστατο πλάσμα λοιπόν, θα' θελα να αφιερώσω σήμερα αυτό εδώ - we encourage you rethink your preconceived notions (...) and create other methods for survival- ]