skip to main |
skip to sidebar
[*Ο άνθρωπος χωρίς παρελθόν καλύπτει για μια ακόμη χρονιά τα συναισθηματικά σας κενά με το καινούριο χριστουγεννιάτικο πλέιλιστ. Για πληροφορίες αποταθείτε κλασικά στο osonnenstrahlo@gmail.com. Εδώ μπορείτε να βρείτε το περσινό, μαγικό, χριστουγεννιάτικο τσαγάκι σας. Τις καλύτερες μου ευχές και βάλτε και καμιά ντοματιά καλού κακού. tmwap]
[* κουνέλια μου σήμερα ρεπάρω/ μπάι δε γουέι ο υπολογιστής μου αργοπεθαίνει/ εύχομαι μόνο να βγάλει τις γιορτές/ ησυχίες κατά τα άλλα/ ρομαντισμός δηλαδή ξέρεις/ πάω στο σουπερμάρκετ με το κομπιουτεράκι και προσπαθώ να κάνω sum up το μπάτζετ του γήρατος/ σύμφωνα με τους τελευταίους υπολογισμούς / θα' πρεπε να είχα ξεκινήσει την αποταμίευση εδώ και δυο χρόνια/ μπροστά στις πάνες ακράτειας βέβαια/ όλα τα προβλήματα φαίνονται ασήμαντα ή λυμένα/ γυρνάω στο κοτέτσι μου λοιπόν/ μασουλώντας ότι πιο πλαστικό υπάρχει στον κόσμο/ γκούμιμπεαρς καρρφούρ για παράδειγμα/ σε ένα παράλληλο σύμπαν όποιος τα τρώει χέζει καουτσούκ/ ο ίδιος άνθρωπος είναι αυτός που θα πάει στους ρεντ χοντ τσίλλυ πέππερς τον Σεπτέμβριο/ σ' άλλα νέα/ i' m in dreamsvilleeeeeeeeeeeeee/ in dreamy dreamsville far awayyyyyyy/ and here we love 'ere we stayyy]
[* Στο βουνό όλα ήταν όπως πριν/ κίτρινα, λασπωμένα κι άγουρα/ όμως φρέσκα/ η ίδια υγρασία δεν είχε κάνει την ίδια δουλειά στο συναίσθημα/ όταν φτάσεις να σφίγγεις τις γροθιές και να νιώθεις τη λάσπη σου/ σημαίνει ότι δεν ακούς πια/ ό, τι σε δένει σε άνθρωπο/ την ώρα που έλυνα τον κόμπο της εβδομάδας στο ξέφωτο/ με πλησίασε ένα θηλυκό γατί που ήθελε αγάπες/ θυμήθηκα πόσο καιρό είμαι βουβός/ πόσο καιρό έχω να μιλήσω δηλαδή/ πέρα από το καθημερινό τραύλισμα/ και σχεδόν βούρκωσα/ κοίταγα το γυαλιστερό τρίχωμα της μικρής να λαμπυρίζει καθώς έσπρωχνε ένα σκουπιδάκι στο τσιμέντο/ πέρα δώθε οι έξυπνες πατούσες/ έγειρα δίπλα της/ και ξέχασα/ μα την αλήθεια ξέχασα/ πολλές φορές και για ώρα όλα τα πράγματα που με ξεχάσαν κι εκείνα/ και μετά ήρθαν οι μέλισσες/ όταν είπε ότι οι μέλισσες απορρίπτουν τα πτώματα για να μη μολυνθεί η αποικία/ τα τρώνε οι σφήκες/ σκεφτόμουν τι τραγούδι θα μπορούσε να παίζει κατά τη διάρκεια της σεμνής τελετής της απόρριψης/ και μάλλον θα' ταν κάτι σαν το the Sexual Loneliness Of Jesus Christ/ επιτέλους ένας άνθρωπος με πάθος/ για δυο και πλέον ώρες άκουγα υπνωτισμένος τον άνθρωπο να μου μιλάει για τις μέλισσες/ για το πώς κουβαλάει τα σπιτάκια τους από το Λαύριο στη Θήβα και σ' άλλα μέρη/ εκεί όπου υπάρχει θυμάρι και βαμβάκι κι άλλο φαγητό για να φτιαχτεί το μέλι/ ανίκανος να προβάλω αντίσταση/ ανίκανος να διακρίνω το ψέμα απ' την αλήθεια/ μόνο βούλιαζα στη ζεστασιά του φθαρμένου μου πουλόβερ/ το μισό πρόσωπο ν' αναπνέει μες στο ίδιο χνώτο/ όταν τελείωσε είχε γύρω του το φως/ και στο ημίφως το ένοχο ύφος της πολυλογίας/ βύθισε την παλάμη στο βουνό με τις φρεσκοκομμένες ελιές και σώπασε/ οι μέλισσες με είχαν νικήσει κατά κράτος/ στην ησυχία πέρα απ' τις ερασιτεχνικές μου άμυνες επιτέλους κάποιος μου είχε μιλήσει/ο ήχος απ' τα καθαρά συριστικά σύμφωνα/ με κοίταξε πάλι συμπληρώνοντας/ κάτι για τον όλεθρο στις πόλεις/ αλλά ο κύκλος είχε ήδη κλείσει/ και για μένα θα ήταν πάντα ένας άνθρωπος με ένα ολέθριο κεντρί κι ένα πάθος/ αργά το Σάββατο.]