skip to main |
skip to sidebar
[Το πρωινό τρόλλεϋ ήταν γεμάτο από γνωστό νυσταγμένο κόσμο/ η κυρία με το χαμηλό σινιόν σε χρυσό μαντήλι/ η καστανιέττα/ ο τρυποκάρυδος με προχωρημένη αλωπεκία/ και το ξανθό μουστάκι/ σε απαρτία/ ανέβηκα παραπαίοντας/ η πάνινη τσάντα κολατσιού με τα δυο μόλτο σοκολάτα/ ένα μήλο χιονάτης/ ένα στυλό μπικ χωρίς καπάκι/ και μια μπαγιάτικη μισοφαγωμένη τυρόπιτα από την προηγούμενη/ ηχορύπαιναν στις πλαστικές σακούλες/ μερικές φορές αναστατώνομαι - στιγμιαία - απ' τα ράκη που κουβαλάω/ αλλά πραγματικά δεν έχω χρόνο να κλά(π)σω/ κι αρκούμαι στην αναπαραγωγή της βρώμας που αντιμετωπίζω καθημερινά γύρω μου/ το ιδανικότερο δώρο του άη βασίλη/ στους Αθηναίους/ θα ήταν μια μπάρα πράσινο σαπούνι/ κι ένα καραβάκι μπόνους για τις Κυριακές και τις αργίες/ δε φαντάζεσαι τι βρωμερά σενάρια γεννάει η επίσης αρρωστημένη μου φαντασία/ σε σχέση με αυτή την κατάσταση/ το μόνο που ξέρω με σιγουριά είναι ότι δε μπορούν να καταγραφούν σε αυτό το μπλογκ/ διότι το γούστο αποτελεί πρωτίστως μεγάλο καθήκον/ I wish I was a little bar of soap]

Στα πεζοδρόμια λιωμένα φαγητά και πλαστικές συσκευασίες/ στα σκοτάδια των παραδρόμων της Κολοκοτρώνη το καλύτερο που μπορείς να πατήσεις είναι σκατά/ το χειρότερο κάποιο ψόφιο ζώο/ είχα συνεχώς την αίσθηση ότι μας κυνηγούσε ένα γιγαντιαίο κουνάβι/ αλλά ο Άρις ήταν τελικά τόσο συμπαθητικός/ που κάναμε μέχρι και βόλτα αγκαζέ οι τρεις μας/ ξεχνώντας τη μπόχα/ τις πρώτες μεταμεσονύκτιες ώρες/ κι αφού είχε προηγηθεί ένα κίλλερ ποτπουρί/ σωρηδόν κοψοφλεβικά άσματα/ η Χρυσούλα βούλιαξε στο μπισκότο της/ ο Άρις ήταν τόσο χαριτωμένος από μόνος του/ και χωρίς την παρέα μας/ σχεδόν μου θύμιζε ένα αγόρι/ που ήθελε ν' ακούει συνέχεια το παραμύθι η πριγκίπισσα και το μπιζέλι/ μας κοίταγε με ύφος γεμάτο ανεκδιήγητο θαυμασμό και απορία/ ένα συναισθηματικό κράμα αγωνίας, άγνοιας, παιδιάστικης ανυπομονησίας και αφέλειας/ όπως σχεδόν ένας άγνωστος κοιτάει μονοζυγωτικά δίδυμα/ προσπαθώντας να εντοπίσει τις μεταξύ τους διαφορές/ έλεγα ότι είναι άδικο να μη μπορούμε να φτιάξουμε μια μπάντα/ κανένας δεν ξέρει να παίζει μουσική/ εξόν από μένα που παίζω στον αυλό το φρέρε ζακ (μακάρι να' παιζα κι αυτό κι ας ήταν και στο σουραύλι)/ και το έντελβαις στη σχολική χορωδία/ θυμάμαι τη δασκάλα της μουσικής με το τζόκευ των Σικάγο Μπουλς να θυμώνει με το ασυγχρόνιστο τέμπο/ καμία έκπληξις/ αλλά η νοσταλγία για πράγματα περασμένα/ έσβηνε στη σκέψη του Άρι να παίζει μελόντικα ή πιανάκι Φίσερ Πράις/ ./
Βούλιαζα με απάθεια στο λασπωμένο μεταμεσημεριανό σύμπαν/ καθοδόν προς το μικρό σπίτι στο Παγκράτι/ κοντοστάθηκα αφηνιασμένος στη διασταύρωση του Χίλτον/ το πλωτό ποτάμι προκαλούσε συναισθηματική αστάθεια/ και βαρκάρης δεν υπήρχε/ μια απελπισία απολαυστική/ τόλμησα να σηκώσω το βλέμμα στις ακουαρέλες /που άφηνε στα πρόσωπα των περαστικών το δειλινό/ όλα εκείνα τα ακανόνιστα μενεξελιά στίγματα/ σπασμένο ομπρελίνο/ δημόσιο ντούζ/ μπατσοκατάσταση/ δεκαεφτά του Νιόβρη/ Νοβέμπερκιντ.